Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Το Πιστεύω του Αγίου Νεκταρίου

 


Το Πιστεύω του Αγίου Νεκταρίου

Το Πιστεύω του Αγίου Νεκταρίου

Ἔλεγε ὁ Άγιος Νεκτάριος: «Ὁ Θεός γιά μένα εἶναι δόξα, πλοῦτος καί καύχημα. Εἶναι τό γλυκύτατο καί πιό εὐχάριστο πράγμα. Εἶναι ἡ φροντίδα καί τό ἐντρύφημά μου. Ἡ ψυχή μου εἶναι δημιούργημα τῆς πνοῆς τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα μου εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Θεία χάριτι εἶμαι γένος τοῦ Θεοῦ. Ἀπ᾿ τό Θεό ἔλαβα τήν ὕπαρξη ἀλλά καί τή δυνατότητα νά κινοῦμαι, ν᾿ ἀναπνέω καί νά μιλάω.


Στό Θεό καθημερινά ἐμπιστεύομαι τό πνεῦμα μου. Στό Θεό προσεύχομαι. Ζῶ μέ τό Θεό, δουλεύω καί βρίσκομαι μέ τό Θεό»…

Εἶμαι εὐτυχισμένος μέ τό μεγάλο, ἰσχυρό καί ζῶντα Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι πάροχος βοηθός καί τελειωτής τῶν καλῶν. Εἶναι ἐπόπτης τῶν ὅσων σκέφτομαι, λέω καί κάνω. Δέχομαι τό Θεό ὡς φοβερό κριτή τῶν ὅσων ἔχω κάνει. Ἔχω Θεό ἤπιο καί συγχωρητικό, μακρόθυμο καί πολυέλεο, σωτήρα καί λυτρωτή.

Γνωρίζω Θεό πού εἶναι ἡ ἀρχή τῶν πάντων, πού δίνει τά ἀγαθά, πού εἶναι προνοητής, ἐπόπτης, πάνσοφος, παντογνώστης, πού γνωρίζει καί τά μέλλοντα καί τά παρόντα καί τά παρελθόντα. Ὑμνῶ, δοξάζω, εὐλογῶ καί ὑπερυψώνω τόν ἀγαθό, ἅγιο, δίκαιο καί ἀληθινό Θεό».

Προσκυνῶ καί λατρεύω τό φιλάνθρωπο Θεό. Πιστεύω στό Θεό, ἐλπίζω στό Θεό, ἀγαπῶ τό Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης. Ἡ ψυχή μου καί ἡ διάνοιά μου ἀνυψώνονται στό Θεό καί βρίσκουν ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά μου ποθεῖ πολύ τό Θεό.

Ὁμολογῶ ἕνα Τρισήλιο καί Τρισυπόστατο Θεό. Κηρύττω ἕνα Θεό ἄναρχο, ἀΐδιο, ἁπλό, ὑπερούσιο καί ἀμέριστο. Τήν αὐτήν Μονάδα καί Τριάδα. Αὐτά ὁμολογῶ, πιστεύω καί κηρύττω».

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Περί αγάπης


Πολλοί μιλούν για την αγάπη.
Πολλοί ερμηνεύουν την αγάπη.
Πολλοί κρύφθηκαν πίσω από την αγάπη.
Πολλοί ζητούν να καταλάβουν την αγάπη.
Πολλοί σταύρωσαν την αγάπη.
Πολλοί δεν κατάλαβαν την αγάπη, γιατί δεν ήθελαν να την καταλάβουν.
Η αγάπη δεν χρειάζεται εξηγήσεις και ερμηνείες, λόγια και υποσχέσεις. Στην αγάπη επικρατεί σιωπή. Αν και σταυρώθηκε, πάλι αγάπη έδωσε και συγχώρεσε.


Αδυνατούμε να διαχειριστούμε την χαρά και την αγάπη, γι' 'αυτό πληγώνουμε εύκολα, αλλάζουμε διάθεση συνεχώς. Ερμηνεύουμε όπως θέλουμε και όπως μας συμφέρει την αγάπη, κρύβοντας τον εγωισμό μας πίσω από αυτήν. Ξεχνούμε ότι και οι σταυρωτές έπνιγαν την συνείδησή τους, ονομάζοντας κακούργο την ίδια την Αγάπη, γιατί δεν ήθελαν να δουν Ποιον σταυρώνουν.

Ας απλουστεύσουμε την σκέψη μας, να ειρηνεύσει η συνείδησή μας, να σκύψουμε το κεφάλι κάτω από το πετραχήλι εν μετανοία, να καταπολεμήσουμε τον εγωισμό μας και με ειλικρίνεια να φωνάξουμε: Ὁ Θεὸς ἱλάσθητι μοι τῷ ἁμαρτωλῷ!

Είναι Θεός αγάπης, που μόνο συγχωρεί και αγαπά συνεχώς. Αυτή η αγάπη μάς έχει δοθεί ως δώρο ζωής. Είναι βίωμα και τρόπος ζωής. Χωρίς αγάπη δεν ζει ο άνθρωπος. Μονίμως πονά, πληγώνει και πληγώνεται, αρρωσταίνει και πεθαίνει.

Η αγάπη εξαφανίζει τον πόνο, επουλώνει τις πληγές, δίνει πνοή ζωής, ανασταίνει. Ο Χριστός είπε: Εγώ είμαι η αγάπη.

†αρχ. Βαρθολομαίος
Καθηγούμενος Ι.Μ. Εσφιγμένου

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ MΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ (1852-1938) ΚΑΤΑΓΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΦΑΚΟΠΗΓΑΔΙ ΚΙΣΑΜΟΥ



«΄Ήταν εις τας ημέρας του  ένα  στόλισμα της μονής, άγαλμα αρετής, αγωνιστής εις το έπαρκον, πνευματικός σεβάσμιος. Όλην του την ζωήν διήλθεν πυκτεύων και διακονών εις τρία και τέσσερα διακονήματα, διότι ήτο βιβλιοδέτης, βιβλιοθηκάριος, βηματάρης, ιεροψάλτης εις τον δεξιόν χορόν ως στύλος ακλόνητος, συνάμα δε και εφημέριος εις την λαγχάνουσαν αυτώ εβδομάδα».       
(†) Λάζαρος Μοναχός Διονυσιάτης
Μια  από τις μεγαλύτερες  πνευματικές  μορφές  του Αγίου Όρους του περασμένου και προπερασμένου αιώνα, ήταν ο Ιερομόναχος Μάρκος ο Κρητικός με καταγωγή από το Σφακοπηγάδι Κισάμου του οποίου τυγχάνει να είμαι συγγενής του (ήταν αδελφός του προ-προπάπου μου Σταύρου Πατινιωτάκη). Μοναχός για 57 χρόνια στην Ιερά Μονή Διονυσίου και ηγούμενος της  Μονής  κατά τα έτη 1926-1931. Στο βιβλίο του Αντωνίου Εμμ. Στιβακτάκη «Μορφές Κρητών Αθωνιτών» έκδοση της ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, έχει καταχωρηθεί η βιογραφία του την οποία δημοσιεύω όπως έχει καταχωρηθεί συμπληρώνοντας κάποια στοιχεία από τη ζωή του που μου έχουν γνωρίσει οι συγγενείς.
Ένα από τα πιο συγκροτημένα και αυστηρά κοινόβια της μοναστικής Πολιτείας του Άθω είναι από πολλών ετών και η Ιερά Μονή Διονυσίου, η οποία είναι χτισμένη στη δυτική άκρη της αθωνικής χερσονήσου στο Σιγγιτικό κόλπο, πάνω σε ένα απόκρημνο βράχο ύψους 80 περίπου μέτρων από τη θάλασσα, στις ακτές της οποίας καταλήγουν τα κράσπεδα οι χαράδρες και οι απότομες  βουνοπλαγιές του Άθωνος.
Το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον της Μονής είναι «άγριο», επιβλητικό, τραχύ μεγαλοπρεπές και συγχρόνως ειδυλλιακό και ανεπανάληπτης ομορφιάς. Το κλίμα της είναι γενικά εύκρατο με κύριο χαρακτηριστικό τις καιρικές μεταβολές οι οποίες παρατηρούνται συχνά εδώ και δημιουργούν, χωρίς αμφιβολία, μια αληθινή μεγαλοπρέπεια, καθώς την τρικυμία διαδέχεται η γαλήνη και τις καταιγίδες οι ηλιόλουστες μέρες, διδάσκοντας και στον πιο απαισιόδοξο άνθρωπο τη δύναμη της ελπίδας και την αξία της υπομονής.
Σ’ αυτό το αυστηρό και ευλογημένο κοινόβιο του Άθω, στο οποίο κοινοβίασε ως απλός μοναχός ο Άγιος Νήφων, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ευτύχησε να έχει για πολλά χρόνια Καθηγούμενο τον Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ ηγετική πνευματική και διοικητική φυσιογνωμία του Αγίου Όρους και της Ορθοδοξίας, κοινοβίασαν άνδρες μεγάλης
αρετής οι οποίοι διακρίθηκαν στον πνευματικό στίβο και ανέβηκαν στα υψηλότερα σκαλοπάτια της πνευματικής κλίμακας.
Ανάμεσα τους υπήρξαν και αρκετοί μοναχοί που καταγόταν από τη μεγαλόνησο Κρήτη. Σ’ ένα βιβλίο της Ιεράς Μονής Διονυσίου στο οποίο καταγράφονται οι αναμνήσεις του Διονυσιάτη Μοναχού Γέροντος Λαζάρου (1892-1974) για τους ενάρετους Πατέρες του Μοναστηριού, αναφέρονται και δύο Κρήτες, ο Ιερομόναχος Μάρκος και ο Μοναχός Γεννάδιος.
Ο Ιερομόναχος Μάρκος γεννήθηκε το έτος 1852 στο Σφακοπηγάδι Κισάμου Χανίων και το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Πατινιωτάκης του Νικολάου. Νέος, περίπου το έτος 1880 απαρνήθηκε τα εγκόσμια (μετά από κάποιο ατύχημα που του συνέβη όπου με την επίκληση της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο), και πήγε στο Άγιον Όρος γνωρίζοντας το ψαλμικό ότι «οι θεμέλιοι αυτού εν τοις όρεσιν τοις αγίοις» και έγινε μέλος της Διονυσιάτικης Αδελφότητας, την οποία διακόνησε από διάφορες καίριες θέσεις με διάκριση, με εργατικότητα, με πνευματικό ηρωισμό και αυτοθυσία.
Το έτος 1885 χειροτονήθηκε μοναχός. Όπως γράφει ο μοναχός Λάζαρος στις «Διονυσιάτικες Διηγήσεις» του, ο Ιερομόναχος Μάρκος «ήτο  εις τας ημέρας του  ένα  στόλισμα της μονής, άγαλμα αρετής, αγωνιστής εις το έπαρκον, πνευματικός σεβάσμιος. Όλην του την ζωήν διήλθεν πυκτεύων και διακονών εις τρία και τέσσερα διακονήματα, διότι ήτο βιβλιοδέτης, βιβλιοθηκάριος, βηματάρης, ιεροψάλτης εις τον δεξιόν χορόν ως στύλος ακλόνητος, συνάμα δε και εφημέριος εις την λαγχάνουσαν αυτώ εβδομάδα».           
Ο Ιερομόναχος Μάρκος διετέλεσε και Καθηγούμενος στην Ιερά Μονή Διονυσίου (από 24-6-1926 έως 2-1-1931 που παραιτήθηκε λόγω του ότι τυφλώθηκε και δεν μπορούσε πλέον να εκτελεί τα καθήκοντα του) σε μια δύσκολη και ταραχώδη χρονική περίοδο για τις σχέσεις του Αγιώνυμου Όρους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξ’  αιτίας του σάλου που είχε ξεσπάσει επί πέντε ολόκληρα χρόνια για το «πατριαρχικό μνημόσυνο».
Σ’  αυτή τη «λεπτή» χρονική περίοδο ο Καθηγούμενος Μάρκος χειρίστηκε με επιδεξιότητα, σωφροσύνη και διάκριση αυτό το δύσκολο πνευματικό θέμα, το οποίο ταλάνισε το πλήρωμα της εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του κατείχε το διακόνημα του ηγουμενιάρη ο μοναχός Γεννάδιος που ήταν και αυτός Κρητικός καταγόμενος από το χωριό Ακούμια Αγίου Βασιλείου, και τον υπηρέτησε με αφοσίωση, με αγάπη, με απόλυτη υπακοή και αυταπάρνηση.
Ο Ιερομόναχος Μάρκος ήταν πολύ εγκρατής. Σε όλη του τη μακρά μοναχική ζωή η διατροφή του ήταν μονοφαγία και ολιγοφαγία. Τίποτε δεν έτρωγε στο κελί του παρά μόνο ότι είχε η κοινή τράπεζα του Κοινοβίου και μάλιστα μία φορά την ημέρα μόνο το γεύμα. Το βράδυ δεν πήγαινε στην τράπεζα για το δείπνο, αλλά έμενε νηστικός. Μόνο όταν είχαν αγρυπνία στο Μοναστήρι, για να μπορέσει να αντέξει στην πολύωρη κοπιαστική ακολουθία συνήθιζε να πίνει ένα τσάι με λίγο παξιμάδι.
«Δεν κάμω βιογραφίαν» γράφει ο Μοναχός Λάζαρος «διότι θα έπρεπε να γίνει βιβλίο ολόκληρον, αλλά ταύτα τα ολίγα είπον, διά να βεβαιωθεί ότι είπον οι Πατέρες ότι εις την καλήν ζωήν ακολουθεί και καλόν τέλος ή το του Κυρίου: «τους δοξάσαντες με δοξάσω».
Έτσι πέρασε την πολύχρονη ζωή του στην Ιερά Μονή Διονυσίου ο Ιερομόναχος Μάρκος Διονυσιάτης ο Κρητικός. Είχε φτάσει πια το τέλος του έτους 1937 και ο γέρο-Μάρκος ήταν 85 ετών και τυφλός. Παρά τη μεγάλη ηλικία του διατηρούσε την πνευματική του διαύγεια, τον ψυχικό δυναμισμό του και την αγωνιστικότητα του. Το Δεκέμβριο αυτού του χρόνου αρρώστησε και με εντολή του μοναχού Νικολάου Γρηγοριάτου, που ήταν γιατρός, μεταφέρθηκε στο «νοσοκομείο» της Μονής όπου τον διακονούσε ο μοναχός Λάζαρος που είχε και εξασκούσε με μεγάλη επιμέλεια το διακόνημα του νοσοκόμου.
Όσο περνούσαν οι ημέρες η σωματική κατάσταση του Γέροντα χειροτέρευε αλλά η ψυχή του εξακολουθούσε να είναι ακμαία και δυνατή.
Τον Ιανουάριο του 1938 σταμάτησε εντελώς να λαμβάνει τροφή, οι σωματικές του δυνάμεις σιγά σιγά ατόνησαν εντελώς και όλα έδειχναν ότι έφτανε η στερνή του ώρα πάνω στη γη. Μόνο η ομιλία του και η πνευματική του διαύγεια διατηρούνταν ακόμη, πράγμα που του έδιδε τη δυνατότητα να προσεύχεται με όλη τη δύναμη της ψυχής του με τη νοερά προσευχή και να ζητά το έλεος του Θεού ενώπιον του Οποίου θα παρουσιαζόταν σύντομα.
Σ’ αυτή την κατάσταση έζησε ο Γέροντας Μάρκος μία περίπου εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γέροντα Λαζάρου, συνέβησαν θαυμαστά γεγονότα. Ο Ιερομόναχος Μάρκος δέχθηκε τις τελευταίες δοκιμασίες από τον αιώνιο εχθρό του ανθρώπου, αλλά δέχτηκε με θαυμαστό τρόπο και την επίσκεψη της θείας Χάριτος κατά την ώρα της οσιακής κοιμήσεως του.
Το πρωί της 14ης Ιανουαρίου του έτους 1938, ημέρα της αποδόσεως των Θείων Θεοφανείων, ο μοναχός Λάζαρος τον πλησίασε και διαπίστωσε ότι ο γερο-Μάρκος βρισκόταν στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του.
Με νόημα του έδωσε να καταλάβει ότι ήθελε να μεταλάβει και γι’ αυτό ο π. Λάζαρος ειδοποίησε τον τότε Καθηγούμενο Γαβριήλ (1886-1983) ο οποίος πήγε αμέσως στο «νοσοκομείο» της Μονής λειτούργησε στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου που βρίσκεται δίπλα, και στη συνέχεια κοινώνησε το γερο-Μάρκο, ο οποίος «συν θεώ» είχε ακόμη αίσθηση της πραγματικότητας.
Τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας, της 14ης Ιανουαρίου 1938 ο ο Ιερομόναχος Μάρκος Διονυσιάτης ο Κρητικός αναγεννήθηκε μέσα στην εκκλησία των προτοτόκων των «εν ουρανοίς απογεγραμμένων».
Έφυγε απ’  αυτή τη γη, αφήνοντας στους γήινους τα γήινα, και πήγε από την επίγεια ανθρώπινη παροικία στην ουράνια αιώνια κατοικία. Εκεί πλέον επάξια «εύρε τόπον τω Κυρίω σκήνωμα του θεώ Ιακώβ».
Αξίζει όμως να αναφέρουμε πως περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της επίγειας βιοτής του και της οσιακής κοιμήσεως του ο μοναχός Λάζαρος, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης και αξιόπιστος μάρτυρας των γεγονότων.
Γράφει ο Μοναχός Λάζαρος ότι «κατά τας απογευματινάς ώρας ητοίμαζον τα προς χρήσιν αναγκαιούντα ρούχα δια την κήδευσιν παι περί την ενδεκάτην (βυζαντινήν) ώραν περίπου, έδειχνε σημεία ψυχοραγήματος. Εφ’  ώ φωνήσας τον βοηθόν μου τον Ιερομόναχον Ιωάννην, τον έστειλα να ειδοποιήσει τον Καθηγούμενο να κατέλθη να διαβάση την εις ψυχοραγούντας ευχήν του Αγίου Νήφωνος. Αλλ’ έως να έλθη ο Καθηγούμενος, ο ασθενής μας απεβίωσε.
Κατ’  εκείνην την στιγμήν επληρώθη όλο το δωμάτιο του νοσοκομείου μιας θαυμασιωτάτης ευωδίας, αποπνεούσης όλα τα αρώματα. Κατελθών ο ηγούμενος αμέσως μας ερωτά. «Τι συμβαίνει, εξαιρετικήν ευωδίαν αισθάνομαι». Εγώ εννοών, εκστατικός του είπον: «Ναι, γέροντα και ημείς την αισθανόμεθα». Πηγαίνοντες με τον ηγούμενον πλησίον του ασθενούς τον εύρωμεν κεκοιμημένον τον ύπνον των Δικαίων. Ως έθος,επελήφθημεν των προς επένδυσιν του λειψάνου και του συνήθους εν μανδύα τινι ραψίματος. Η εν λόγω θαυμάσια δε ευωδία διήρκεσε περίπου εν του τω νοσοκομείου δωματίω πλέον των 20 λεπτών ή και ημίσειας ώρας. Τούτο το  θαυμαστόν γεγονός κατά την ενταύθα εικοσαετή υπηρεσίαν μου εις άλλον τινά δεν εγένετο, δηλαδή αδελφόν αποθανόντα».
Και ο Γέροντας Λάζαρος Διονυσιάτης καταλήγει: «Ταύτα εις αιώνιαν μνήμην του μακαριστού Προηγουμένου Αρχιμανδρίτου Μάρκου, εις δόξαν και τιμήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
Αυτός ήταν ο ευλογημένος Ιερομόναχος Μάρκος Διονυσιάτης ο Κρητικός. Άλλο ένα μυρίπνοο πνευματικό άνθος που μεταφυτεύθηκε από την ευλογημένη επαρχία Κισάμου  στο πάντερπνο και πανεύοσμο Περιβόλι της Παναγίας όπου καλλιεργήθηκε πνευματικά, άνθισε και ευωδίασε.
Ας έχουμε την ευχή του και την ευλογία του! 
Για την αντιγραφή
Μανόλης Σπανουδάκης
Γερακιανά Κισάμου

Μάρκος ιερομόναχος Διονυσιάτης (1852 - 1938)


Γεννήθηκε στο χωριό Περιβολάκια Χανίων Κρήτης το 1852. Νέος κατευθύνθηκε από το νότιο Αιγαίο στο βόρειο, στον εύδιο αθωνι­κό λιμένα της σωτηρίας. Προσορμίσθηκε με λαχτάρα στον αρσανά της μονής Διονυσίου το 1882. Το 1885 εκάρη μοναχός. Με την ίδια λαχτάρα διακόνησε τη μονή της μετανοίας του σε διάφορες θέσεις, από τις τελευταίες έως τις πρώτες.
Διακρίθηκε ως φιλότιμος διακονητής, εγκρατής μοναχός, φιλακόλουθος, νηστευτής και καλός Πνευματικός. Ο φιλάρετος μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης γράφει περί αυτού: «Ήτο εις τας ημέρας του ένα στόλισμα της Μονής: άγαλμα αρετής, αγωνιστής εις το έπακρον, πνευματικός σε­βάσμιος. Όλην του την ζωήν διήλθε πυκτεύων και διακονών εις τρία και τέσσερα διακονήματα, διότι ήτο βιβλιοδέτης, βιβλιοθηκάριος, βηματάρης, ιεροψάλτης εις τον δεξιόν χορόν ως στύλος ακλόνητος, συνάμα δε και εφημέριος εις την λαγχάνουσαν αυτώ εβδομάδα.
Εχρημάτισε και καθηγούμενος εις μίαν ταραχώδη εποχήν, όπου ο σάλος διά το πατριαρχικόν μνημόσυνον επί μίαν πενταετίαν (1926-1931) ευρίσκετο εις το έπακρον. 
Καθ’ όλην του την ζωήν η διατροφή του ήτο μονοφαγία. Ό,τι είχεν η κοινή τράπεζα, άπαξ της ημέρας, μόνο το γεύμα· το βράδυ δεν ήρχετο εις την τράπεζαν, διότι ενήστευε. Μόνον εάν ήτο αγρυπνία δι’ επίρρωσιν τινά των σωματικών του δυνάμεων και διά να ψάλλη εις τον χορόν, έπινε ένα τσάι με τεμάχιον ξηρού άρτου. Δεν κάμω βιογραφίαν, διότι θα έπρεπε να γίνη βιβλίον ολόκληρον, αλλά ταύτα τα ολίγα είπον διά να βεβαιωθή ό,τι είπον οι πατέρες, ότι εις την καλήν και ενάρετον ζωήν ακολουθεί και καλόν τέλος, ή το του Κυρίου: “τους δοξάζοντάς με δοξάσω”».
Προ του τέλους του οι δαίμονες ήλθαν ασθενή να τον πειράξουν. Το πρωί της 14.1.1938 μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων από τον ηγούμενο Γαβριήλ. Το εσπέρας της ίδιας ημέρας τελείωσε τον βίο του. Αφήνουμε τον μοναχό Λάζαρο να περιγράψει πιο καλά τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας: «Κατ’ εκείνην λοιπόν την στιγμήν, επληρώθη όλον το δωμάτιον του νοσοκομείου μιας θαυμασιωτάτης ευωδίας, αποπνεούσης όλα τα αρώματα. Κατελθών ο ηγούμενος, αμέσως μας έρωτά: “Τί συμβαίνει, εξαιρετικήν ευωδίαν αισθάνομαι;” Εγώ εννοών, εκστατικός, του είπον: “Ναι, Γέροντα, και ημείς την αισθανόμεθα”. Πηγαίνοντες με τον ηγούμε­νον πλησίον του ασθενούς τον εύρομεν κεκοιμημένον τον ύπνον των Δι­καίων. Ως έθος, επελήφθημεν των προς επένδυσιν του λειψάνου και του συνήθους εν μανδύα τινί ραψίματος. Η εν λόγω θαυμασία ευωδία διήρκησε περίπου εν τω του νοσοκομείου δωματίω πλέον των 20 λεπτών ή και ημισείας ώρας. Τούτο το θαυμαστόν γεγονός κατά την ενταύθα εικο­σαετή υπηρεσίαν μου εις άλλον τινά δεν εγένετο, δηλαδή αδελφόν αποθανόντα».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 58-62. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 38-41.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 317-318

Τι είναι η μνήμη του θανάτου και ποιο είναι το νόημά της; Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου († 2014)

Η μνήμη του θανάτου μάς βοηθεί να ξεπεράσουμε τον παλαιό άνθρωπο γιατί φέρει ταπείνωση στην ψυχή μας. Όταν λησμονούμε τον θάνατο, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε αιώνιοι επάνω στην γη και αυτό αυξάνει την αλαζονεία μας, την απληστία μας, την σαρκολατρεία μας, την διάθεση να εκμεταλλευόμαστε τους άλλους ανθρώπους. Η μνήμη του θανάτου μάς δίδει την αίσθηση των ορίων μας στην γη και της σημασίας που έχουν οι πράξεις μας, οι λόγοι μας, οι σκέψεις μας για την αιωνιότητα και την μετά θάνατον ζωή.
Έτσι μας βοηθεί να αντιμετωπίζουμε την παρούσα ζωή με σοβαρότητα, υπό το πρίσμα της αιωνιότητος, να μη σπαταλούμε άσωτα, απερίσκεπτα και επιπόλαια
την επίγεια ζωή μας, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Γι’ αυτό ελέχθη και από τον αρχαίο έλληνα σοφό Σωκράτη, ότι «οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι, και το τεθνάναι ήκιστα αυτοίς ανθρώπων φοβερόν» (Πλάτωνος Φαίδων, 67e). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει να επισκεπτόμαστε συχνά τα κοιμητήρια για να φιλοσοφούμε στην ματαιότητα των ανθρωπίνων.
Όλοι γνωρίζουμε ότι μετά από μία επίσκεψη σε κοιμητήριο είμαστε ταπεινότεροι, ευσπλαχνικότεροι, λιγότερο προσκολλημένοι στην ύλη, πιο ανοιχτοί στον Θεό και στον άνθρωπο.
Η μνήμη του θανάτου, για την οποία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και άλλοι άγιοι Πατέρες έχουν γράψει πολλά, δεν έχει σχέση με κάποια αρρωστημένη, μελαγχολική και νευρωτική κατάσταση. Κάτι τέτοιο δεν είναι ωφέλιμο στην ψυχή, γιατί φέρει απελπισία και πρέπει με την βοήθεια του πνευματικού να ξεπερνιέται.
Η κατά Θεόν μνήμη του θανάτου είναι κατάσταση χαρισματική και πνευματική που φέρει στην ψυχή ταπείνωση, ειρήνη και χαρά. Είναι δώρο του Θεού και από τον Θεό πρέπει να την ζητούμε.
Πώς επιτυγχάνεται η μνήμη του Θεού;
Όσο ο άνθρωπος ξεπερνά την εγωκεντρική ζωή και αγαπά περισσότερο τον Θεό, τόσο περισσότερο σκέπτεται τον Θεό.
Ο άνθρωπος σκέπτεται αυτό που τον απασχολεί και αυτό που αγαπά. Το είπε και ο Κύριος: «Όπου ο θησαυρός υμών εκεί και η καρδία υμών».
Η μελέτη του Λόγου του Θεού στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες της Εκκλησίας, η συναναστροφή μας με ανθρώπους πνευματικούς που αγαπούν τον Θεό, η θερμή προσευχή, η τακτική φοίτηση στις Ιερές ακολουθίες και η συχνή και άξια συμμετοχή μας στην Θεία Κοινωνία αυξάνουν μέσα μας την αγάπη του Θεού και άρα την μνήμη του Θεού.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας συμβουλεύει: «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον». Δηλαδή, συχνότερα να σκεπτόμαστε, να θυμόμαστε τον Θεό, από όσο αναπνέουμε.
Η συνεχής μνήμη του Θεού φέρει στην ψυχή βαθειά ειρήνη και χαρά, ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες καταστάσεις της ζωής.

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου († 2014)
(Πηγή: Αγιορειτική Μαρτυρία, τ. 2, σ. 71-72)

Ευλόγησον, Κύριε, τον ενιαυτόν… Ομιλία του Καθηγουμένου της Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου π. Γεωργίου Καψάνη

- Ευλόγησον, Κύριε, τον ενιαυτόν…

Η είσοδός μας στο νέο έτος μας δίδει την αφορμή να σκεπτόμεθα περί του χρόνου. Όλοι βιώνουμε το πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος ή μάλλον πόσο γρήγορα εμείς περνάμε μέσα στο χρόνο. 
Νοιώθουμε ότι πλέουμε, ταξιδεύουμε στην απέραντη θάλασσα του χρόνου.
Μακάριοι όσοι στο ταξίδι τους αυτό έχουν συμπλέοντα και κυβερνήτη τον Χριστό.
Μακάριοι όσοι γνωρίζουν ότι το ταξίδι τους έχει ως τελικό προορισμό την Βασιλεία του Θεού.
Αυτοί έχοντες μαζί τους τον Χριστό όχι μόνο πορεύονται προς την Βασιλεία αλλά και προγεύονται την χαρά της Βασιλείας.
Έτσι ο χρόνος δεν μπορεί σαν άλλος Κρόνος ούτε να τους εξουδετερώσει ούτε να τους καταφάγη.
Έχοντες κοινωνία με τον Άκτιστο και Αιώνιο υπερβαίνουν τον χρόνο και τον
μεταμορφώνουν.
Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα για όσους ταξιδεύουν στον χρόνο χωρίς τον Χριστό και χωρίς το όραμα της Βασιλείας.
Ο χρόνος γίνεται η φυλακή τους, αν μη και η κόλασίς τους. 
Αλλά και εμείς που έχουμε τον Χριστό κυβερνήτη κινδυνεύουμε  από την λήθη, την ακηδία, την πνευματική οκνηρία, ένεκα των οποίων δεν αρνούμεθα μεν τον Χριστό αλλά και διακόπτουμε την ζωντανή μαζί Του κοινωνία.
Τότε και εμείς ταξιδεύουμε ακυβέρνητοι.
Χάνουμε και το σκοπό του ταξιδιού μας.
Αυτό περιμένει ο εχθρός της σωτηρίας μας και ο χωρίς Χριστό κόσμος για να μας καταποντίση.
Όσο ο Απόστολος Πέτρος είχε την ακράδαντη πίστη και ένωσι με τον Χριστό περπατούσε επί των κυμάτων. Μόλις ολιγώρησε και ωλιγοπίστησε, άρχισε να καταποντίζεται.
Κύριε σώσε μας από την ακηδία και ολιγωρία. Βοήθησε μας πάντα να έχουμε ζωντανή την σχέσι και κοινωνία μαζί Σου και πάντα εσύ να μας κατευθύνης προς την Βασιλεία Σου.
Βοήθησέ μας, ώστε ποτέ να μην μας εγκαταλείπη η μνήμη Σου και η μνήμη του θανάτου, με την οποία συνειδητοποιούμε το σύντομο τέλος του επιγείου ταξιδιού μας.
Η λήθη Σου είναι ο εχθρός μας.
Η μνήμη Σου ο ευεργέτης μας.
Βοήθησε μας Κύριε με την επίκληση του Αγίου Ονόματός Σου, την τήρησι των αγίων εντολών Σου, την υπακοή μας, την αξία συμμετοχή μας στα Άγια Μυστήριά Σου, να κρατάμε αδιάλειπτο την μνήμη Σου και την Χάρη Σου.
Σε ευχαριστούμε, Κύριε γιατί μέσα στα λίγα ή στα πολλά χρόνια του επιγείου ταξιδιού μας μπορούμε με την χάρι Σου να κερδίσουμε την δυνατότητα του ατελείωτου ταξιδιού μας στην αιώνια και άκτιστη Βασιλεία Σου συν πάσι τοις Αγίοις, μεταξύ των οποίων λάμπει και ο σήμερον εορταζόμενος θεοφάντωρ Μ. Βασίλειος, του οποίου την ευλογία επικαλούμαι επί πάντας ημάς. 
Ομιλία του Καθηγουμένου της Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου
π. Γεωργίου Καψάνη
επι τη εισόδω εις το Νέον Έτος (2002).

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Ο Χριστός έδειξε τις πληγές του στον πικραμένο μοναχό! στάρετς Ιωνάς

 


Ήμουν στεναχωρημένος (ο όσιος, στάρετς Ιωνάς) στις 4 και 5 Ιανουαρίου όλη την ημέρα. Είχε σχεδόν βραδιάσει. Μετά τη θεία λειτουργία και τον μέγα αγιασμό οι γέροντες ήρθαν ν’ αγιάσουν κι έτσι αξιώθηκα ν’ ασπαστώ τον Τίμιο Σταυρό και να με ραντίσουν με τον μέγα αγιασμό. Και τότε όμως μου είπαν πάλι ότι είμαι υπό δυσμένεια. Μετά αυτοί οι άγιοι γέροντες έφυγαν κι εγώ συνέχισα να περιποιούμαι τον άρρωστο. Όταν νύχτωσε, τον τακτοποίησα και τον έβαλα να κοιμηθεί. Τότε βίασα τον εαυτό μου να φάω κάτι. Ύστερα αφού διάβασα τις προσευχές προ του ύπνου*, κάθισα στο σκαμνί για τη νοερά προσευχή. Έσβησα το φως και προσπαθούσα να ξεπεράσω τη συνεχιζόμενη εναντίον μου εχθρική επίθεση των γερόντων αυτών· δεν τα κατάφερα όμως.
Ο όσιος, στάρετς, Ιωνάς του Κιέβου (1805-1902).

Τελικά νικήθηκα: τόσο πληγώθηκε η καρδιά μου από τη θλίψη, ώστε εξαντλήθηκα εντελώς και με δάκρυα στα μάτια πήγα και ξάπλωσα. Το μόνο που σκεφτόμουν και παρακαλούσα γι’ αυτό τον Θεό, την Παναγία και όλους τους αγίους ήταν να με βοηθήσουν αυτή την ώρα της φοβερής θλίψεως.
Στις δέκα σήμαναν οι καμπάνες για την αγρυπνία και πικράθηκα ακόμη περισσότερο: όλοι οι αδελφοί θα ψάλλουν στην αγρυπνία των Θεοφανείων κι εμένα δεν μου επιτρέπουν ούτε να πάω στην εκκλησία. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου