Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Η πορεία της μετάνοιας

 
 
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Στην αρχή της μετάνοιας επικρατεί θλίψη, σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι μπαίνει μέσα μας ενέργεια νέας ζωής, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου. Αυτή η κίνηση προς μετάνοια εμφανίζεται ως ανεύρεση του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος μας διαγράφεται ευκρινέστερα η μεγαλοπρεπής εικόνα του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου.
Ατενίζοντας αυτή την ωραιότητα ανακαλύπτουμε ποιά φοβερή διαστροφή έπαθε μέσα μας η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού για μας. Η χάρη της μετάνοιας μας αποκαλύπτει την εικόνα του Υιού του Θεού. Ω, πόσο οδυνηρή είναι η πορεία αυτή! Φλογερή ρομφαία διαπερνά την καρδιά μας.
Και πώς να μιλήσουμε για τη φρίκη, που νοιώθουμε τότε; Και πώς να περιγράψουμε την πράξη αυτή της αναπλάσεώς μας από το Θεό; Η εικόνα του «Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου» ανάβει μέσα μας δυνατό πόθο να ομοιωθούμε με Αυτόν σε όλα. Και βρισκόμαστε ξανά στη παράδοξη θέση: Πάσχουμε, αλλά με άλλο πόνο, που πριν μας ήταν άγνωστος. Είναι πόνος που μας εμπνέει, δεν σκοτώνει. Σ’ αυτόν συνυπάρχει άκτιστη δύναμη. Μπαίνουμε στην θεία απειρότητα. Μένουμε εκστατικοί με όσα γεγονότα μας συμβαίνουν. Το μεγαλείο Του μας υπερβαίνει.
Σμικρυνόμαστε όταν το συνειδητοποιήσουμε, συγχρόνως δε έρχεται ο Θεός να μας αγκαλιάσει, όπως ο Πατέρας της ευαγγελικής περικοπής. Ο φόβος και ο τρόμος αποχωρούν δίνοντας τη θέση τους στην παρουσία του Θεού. Ο Πατέρας, μας ντύνει με πολύτιμα ρούχα, μας στολίζει με ουράνιες δωρεές, καλύτερη των οποίων είναι η αγάπη που όλα τα σκεπάζει. Ο πρώτος πόνος της μετάνοιάς μας, μεταβάλλεται σε χαρά και γλυκύτητα αγάπης. Τώρα η αγάπη παίρνει νέα μορφή: την ευσπλαχνία σε κάθε κτίσμα που στερείται το θείο Φως.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Το κίνητρο της ενανθρωπήσεως

Το κίνητρο της ενανθρωπήσεως
Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Aρτος Ζωής, Β΄ εκδ. Αθήνα 1989, σελ. 33-42, μτφρ. Σταμ. Χατζησταματίου
«Ἐγώ εἰμί τό ἄλφα καίι τό ὦ» (ʼποκ. 1, 8)
1. Το χριστιανικό μήνυμα ήταν από την πρώτη του αρχή το μήνυμα της Σωτηρίας. Γι' αυτό και ο Κύριος μας εμφανιζόταν κατά κύριο λόγο σαν ο Σωτήρας που λυτρώνει το λαό Του από τα δεσμά της αμαρτίας και της φθοράς. Το ίδιο το γεγονός της ενανθρωπήσεως η πρωτο- χριστιανική θεολογία το ερμήνευε συνήθως μέσα στην προοπτική της απολυτρώσεως. Οι εσφαλ- μένες αντιλήψεις περί του Προσώπου του Χριστού, που έπρεπε να πολεμήση η Πρώτη Εκκλησία, κατεδικά- ζοντο και απεκρούοντο, ακριβώς επειδή έτειναν να υπονομεύσουν την αλήθεια του γεγονότος της ανθρώπινης λυτρώσεως. Ήταν από όλους παραδεκτό ότι το νόημα της Σωτηρίας δεν ήταν άλλο από το ότι η στενή κοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου αποκαταστάθηκε, πράγμα που σημαίνει ότι ο Λυτρωτής έπρεπε να ανήκη και στα δύο μέρη, να είναι δηλ. ταυτόχρονα θείος και ανθρώπινος, γιατί διαφορετικά η διακοπείσα κοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν θα μπορούσε να αποκατασταθή. Αυτή ήταν η κύρια γραμμή των επιχειρημάτων όχι μόνο του Αγ. Γρηγορίου του Ναζιανζηνού κατά των Αρειανών στην αναίρεσι του Απολλιναρισμού, αλλά και άλλων συγγραφέων τοϋ Δ' και Ε' αι.: «Ὁ δε ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καί σώζεται» (1) . Η λυτρωτική όψις της ενανθρωπήσεως και η περιχώρησις των φύσεων τονίσθηκαν με έμφασι από τους Πατέρες. Σαν σκοπός και αποτέλεσμα της ενσαρκώσεως ωρίσθηκαν ακριβώς η Απολύτρωσις του ανθρώπου και η αποκατάστασίς του στην προπτωτική κατάστασι που χάθηκε με την πτώσι και την αμαρτία. Η αμαρτία του κόσμου καταργήθηκε και διώχθηκε από τον ενανθρωπήσαντα, που μόνο αυτός, όντας θείος συνάμα και ανθρώπινος, μπορούσε να κάνη κάτι τέτοιο. Από τ' άλλο μέρος, θάταν άδικο να ισχυρισθή κανείς ότι οι Πατέρες θεωρούσαν το λυτρωτικό αυτό σκοπό σαν τη μόνη αιτία Ένσαρκώσεως, έτσι που η Ενανθρώπησις να μπορούσε να μην είχε γίνει ποτέ, αν δεν είχε αμαρτήσει ο άνθρωπος. Ουδέποτε έθεσαν οι Πατέρες το ερώτημα κατ' αυτόν τον τρόπο. Το θέμα του εσχάτου κινήτρου της ενανθρωπήσεως δεν συζητήθηκε ποτέ επίσημα στην Πατερική εποχή. Το πρόβλημα της σχέσεως του μυστηρίου της Ενσαρκώσεως και του αρχικού σκοπού της Δημιουργίας δεν το έθιξαν σαν πρόβλημα ούτε μια φορά οι Πατέρες, και δεν το επεξεργάσθηκαν συστηματικά. «Ίσως είναι αλήθεια να πη κανείς ότι η σκέψις για μια ενσάρκωσι ανεξάρτητη από την πτώσι εναρμονίζεται με τη γενική κατεύθυνσι της Ελληνικής Θεολογίας. Μερικές πατερικές φράσεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έγινε πραγματικά μια τέτοια σκέψις, εδώ ή εκεί, που ίσως και να συζητήθηκε» (2). Οι πατερικές αυτές φράσεις συγκεντρώθηκαν και εξετάσθηκαν αρκετές φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, αφού μπορούμε να παραπέμψουμε στους ίδιους αυτούς πατέρες, προκειμένου και περί του αντιθέτου. Δεν είναι αρκετό να μαζεύουμε χωρία βγάζοντας τα από τη συνάφεια τους και αγνοώντας το σκοπό, συχνά πολεμικό, για τον όποιο γράφθηκε καθένα απ' αυτά τα κείμενα. Πολλές από εκείνες τις «πατερικές φράσεις» είναι περικοπές περιπτωσιακές, που δεν μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε παρά μόνο με μεγάλη περίσκεψι και προσοχή. Το σωστό τους νόημα εξακριβώνεται μόνο, αν τις διαβάσουμε στη συνάφεια τους, δηλ. μέσα στην προοπτική της σκέψεως του κάθε συγγραφέως.

Το άκτιστο θείο φως και οι τρόποι θεωρίας του

Το άκτιστο θείο φως και οι τρόποι θεωρίας του
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου,
Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου
Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938),
Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200
Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.
Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του ʼϋλου· αίσθηση νοερή και όχι λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.
Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.
Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.
Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος τη μετανοούσα ψυχή.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
(Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη) 
Η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση φιλοξενούν πολυάριθμες μαρτυρίες σχετικά με την ύπαρξη και τη δράση των αγγέλων. Μετά από τη πτώση των πρωτοπλάστων άγγελοι φυλάσσουν το Παράδεισο, άγγελοι διδάσκουν στον Αδάμ τον τρόπο καλλιέργειας της γης, ενώ άγγελοι εμφανίζονται στον Αβραάμ, το Λωτ, κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και σε πολλούς από τους προφήτες. Στο κείμενο της Καινής Διαθήκης οι άγγελοι μνημονεύονται σε πολλά χωρία, εκ των οποίων τα ενδεικτικότερα είναι κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και καθ΄ όλη τη πορεία του Ιησού από τη Γέννηση μέχρι και την Ανάληψή του. 
Δημιουργία και σκοπός ύπαρξης των αγγέλων



Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο, αφού στο βιβλίο της Π.Δ. «Ιώβ» παρουσιάζεται ο Θεός να μιλά και να ομολογεί ότι μόλις δημιούργησε τα άστρα, όλοι οι άγγελοι τον ύμνησαν με δοξολογίες.
Ενώ και ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι πριν τη δημιουργία του υλικού κόσμου υπήρχε υπέρχρονη και πρεσβύτερη κατάσταση, που είναι ο κόσμος των αγγέλων.
Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκαν από το Θεό δεν μας είναι γνωστός. Ωστόσο μπορούμε να λάβουμε μία εικόνα γι΄ αυτόν μέσα από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος λέγει ότι οι αγγελικές δυνάμεις δημιουργήθηκαν μόλις ο Θεός συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας τους. Δηλ. η απόφαση του Θεού να δημιουργήσει τον αγγελικό κόσμο, σήμανε ταυτόχρονα και τη δημιουργία του.
Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων δεν έχει να κάνει με κάποια ανάγκη του Θεού. Δεν είναι δυνατό ο υλικός ή ακόμη και αυτός ο πνευματικός κόσμος να μπορεί να προσφέρει κάτι επιπλέον στη δόξα του Θεού. Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων φανερώνεται από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος λέγει ότι ο Θεός τους έδωσε ύπαρξη και ζωή γι΄ αυτούς τους ίδιους, με κίνητρο την «εκστατική» του αγάπη και αγαθότητα και με σκοπό να συμμεριστούν ως λογικά όντα τη μακαριότητά του. Μετέχουν στη Θεία μακαριότητα και τρέφονται με τη διαρκή θέα του προσώπου του Θεού. Ωστόσο αυτή η συμμετοχή στη θεία μακαριότητα ωθεί τις αγγελικές δυνάμεις σε μία συνεχή ανοδική πορεία, σε μία πορεία προς τη πνευματική τελειότητα.

Ο Συμβολισμός της Αποκαλύψεως

Ο Συμβολισμός της Αποκαλύψεως
Στεργίου Ν. Σάκκου,
Θεολογία
72, τευχ. 2ον,
Ιούνιος-Δεκέμβριος 2007, σελ. 533-544.
Σ' όλα τα βιβλία της αγίας Γραφής, κατά κύριο δε λόγο στα προφητικά, απαντούν συμβολικές εκφράσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν επίσης και τα αποκαλυπτικά κείμενα. Η αφθονία συμβολικών εκφράσεων στα προφητικά βιβλία οφείλεται στο γεγονός ότι οι προφήτες συχνά λαμβάνουν από τον Θεό προφητείες με την μορφή συμβολικών παραστάσεων (Βλ. Ζαχ. 1, 7-6,15, Δαν. 7-8) και μερικές φορές καταφεύγουν οι ίδιοι στη χρήσι συμβόλων, διότι δεν μπορούν να εκφράσουν τα οράματά τους με την γλώσσα της εποχής τους (1) . Εύλογα, λοιπόν, στην Αποκάλυψι του Ιωάννου, ένα σαφώς προφητικό βιβλίο, κυριαρχεί η συμβολική χρήσι εκφράσεων, προσώπων, χρωμάτων, αριθμών και παραστάσεων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ήδη στον πρώτο στίχο του βιβλίου ο ιερός συγγραφέας δηλώνει σχετικά με το περιεχόμενό του ότι ο Θεός «ἐσήμανεν ἀποστείλας διά τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ » (Απ. 1,1). Αποκάλυψε ο Θεός στον Ιωάννη «ἅ εἰσι καί ἅ μέλλει γίνεσθαι μετά ταῦτα » (Απ. 1, 19) με οράσεις οι οποίες περιείχαν σήμανσι, δηλαδή συμβολικές εικόνες (2) .
Ο Ιωάννης, μάλιστα, καθώς και οι πρώτοι παραλήπτες της Αποκαλύψεως, «αἱ ἑπτά ἐκκλησίαι αἱ ἐν τῇ Ἀσίᾳ » (Απ. 1,4) ήσαν εξοικειωμένοι με την χρήσι των συμβόλων. Το ασιατικό πνεύμα συνήθιζε να εκφράζη τις ιδέες του, θρησκευτικές και πολιτικές, με σύμβολα και τύπους. Αυτό μαρτυρούν οι κιστοφόροι (νομίσματα) και άλλα ευρήματα της περιοχής που φέρουν συμβολικές παραστάσεις (3) . Την ασιατική αυτή συνήθεια που είχε επιδράσει βαθιά και στους ασιάτες χριστιανούς χρησιμοποιεί ο Θεός για να δείξη «τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἅ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει » (Απ. 1,1). Στην πραγματικότητα, η πρωτοβουλία στην χρήσι συμβόλων ανήκει στον Θεό, ο οποίος κατά την εκδίωξιν των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο διατύπωσε το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο με συμβολικές εκφράσεις: «αὐτός σοῦ τηρήσει κεφαλήν, καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γεν. 3,15).
Με το συμβολισμό της Αποκαλύψεως οι εκκλησίες της Ασίας εφοδιάζονται με ένα αντίβαρο ενάντια στην άφθονη χρήσι συμβόλων από τους ειδωλολάτρες (4) . Και δεν πρόκειται απλώς για αντίβαρο., Σύμβολα συνηθισμένα στον ειδωλολατρικό κόσμο αποκτούν στην Αποκάλυψη αντίκρυσμα με υψηλό, θεϊκό ή έστω βαρυσήμαντο νόημα. Κάτι ανάλογο θα συμβεί αργότερα, όταν ο ʼγιος Ιωάννης θα γράψη στο Ευαγγέλιό του: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί ὁ Θεός ἦν ὁ Λόγος». Ακούγοντας να γίνεται πολύς λόγος στην Μ. Ασία περί του Λόγου ως ανωτάτου πάντων, ο ιερός ευαγγελιστής λέγει: «Νά, ὁ Λόγος εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἰδικός μας Κύριος» (5) .

Ὁ ἕτερος βίος - Τό πρόβλημα τοῦ « Ἑλληνοχριστιανισμοῦ »

Ὁ ἕτερος βίος - Τό πρόβλημα τοῦ « Ἑλληνοχριστιανισμοῦ »
Π. Β. Πάσχου
Ἀγωνία καί κατάνυξη,
Γ΄ εκδ. Ἀποστολική Διακονία, Αθήνα 2008, σελ. 120-132
Θαρρώ, πως δεν είναι υποχρεωμένος κανείς, προκειμένου να πει την γνώμη του για τον « Ελληνοχριστιανισμό», να δεθεί πίσω απ' το άρμα των οποιωνδήποτε φανατικών. Ούτε εκείνων που δεν δέχονται, ούτε εκείνων που δέχονται τη σύζευξη αυτή ως δυνατή και ωφέλιμη, όπως αφήνει να φανεί και το επίσημο άρθρο του Συντάγματος, με τα «Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη» κ.λπ. Πολλοί Νεοέλληνες έχουν βαδίσει μια οδό φανατισμού πάνω στο θέμα, και δεν μπόρεσαν, παρά μονόπλευρα μονάχα να ιδούν το πρόβλημα των ελληνοχριστιανικών συνθέσεων. Η χρήση του όρου «πρόβλημα» δεν είναι τυχαία. Ο ελληνοχριστιανισμός (ή ελληνοχριστιανικός πολιτισμός ή Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη κ. λπ.) είναι σήμερα ένα πρόβλημα. Αν θελήσει κανένας ν' αρκεσθεί σε εύκολες καραμέλες, μπορεί να λέγει μεγάλα λόγια, παίρνοντας ως δεδομένη τη σύζευξη και ως εμπράγματη τη σύνθεση στο πρόσωπο και το έργο μεγάλων Πατέρων- ιδιαίτερα του λεγόμενου χρυσού αιώνος. Υπάρχουν, μάλιστα, και μερικά πατερικά αποσπάσματα, που όταν ξεμοναχιαστούν με τέχνη, θαρρεί κανείς πως δεν υπάρχει ιδανικώτερος υμέναιος απ' αυτόν: του Ελληνισμού και της φιλοσοφίας του, με τον Χριστιανισμό και την κοσμοθεωρία του. Η εντιμότητα επιβάλλει μελέτη πολλή, πριν αποφασίσει κανείς, ανεύθυνα, να ... κόβει κεφάλια των όσων φρονούν αντίθετα μ' αυτόν. Και στο θέμα τούτο, ειδικά, θα χρειαστούν πολλές μελέτες ειδικών επιστημόνων, για να το φωτίσουν, όπως και όσο πρέπει, και για να το ιδούμε χωρίς παρεξηγήσεις και φανατισμούς. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια και μελέτη γύρω από το ζωτικώτατο πρόβλημα του ελληνοχριστιανισμού δεν είναι ούτε άσκοπη ούτε ανώφελη, όταν γίνεται με καλοπροαίρετη διάθεση και αγνή πρόθεση.
Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι μια μικρή σπουδή πάνω στη σύζευξη του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, όπως παρουσιάζεται σε μερικούς απ' τους Πατέρες της Εκκλησίας, με γενικές παρατηρήσεις- χωρίς συμπεράσματα. Το « ὅπερ ἔδει δεῖξαι» είναι πολύ μακριά- για το θέμα και για την ώρα. Δεν μπορεί να δείχνει ωριμότητα, αντικειμενικότητα.

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
 
ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
υπό τη θεώρηση των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας
του Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Δ. Ζηζιούλα
Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Χριστολογία είναι η μοναδική αφετηρία για μια χριστιανική κατανόηση της αλήθειας. Ο ισχυρισμός του Χριστού, ότι αυτός ο ίδιος είναι η Αλήθεια (Ιω. 14,6) δημιουργεί μια βασική προϋπόθεση χριστιανικής θεολογίας. Στο σημείο αυτό υπήρξαν πάντα σύμφωνες η Ανατολή και η Δύση. Είναι περιττό να αναφέρουμε μεμονωμένα παραδείγματα απ? την ιστορία της χριστιανικής σκέψης προκειμένου να τεκμηριώσουμε αυτή την κοινή προϋπόθεση όλων των χριστιανικών παραδόσεων.
Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσουμε αυτή την προϋπόθεση. Πώς θα πρέπει κανείς να κατανοήσει σωστά, το ότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια; « Τι είναι η αλήθεια; » (Ιω. 18,38). Ο Χριστός άφησε την ερώτηση αυτή του Πόντιου Πιλάτου χωρίς απάντηση και η Εκκλησία επίσης δεν έδωσε σ? αυτήν, στην πάροδο του χρόνου, με κανέναν τρόπο μια ομόφωνη απάντηση. Τα σημερινά μας προβλήματα για την αλήθεια προκύπτουν άμεσα από τις διαφορετικές αντιλήψεις της αλήθειας κατά την πάροδο της εκκλησιαστικής ιστορίας.
Οι βασικές διαφοροποιήσεις φαίνεται να οφείλονται στην συνάντηση της παλιάς Εκκλησίας με την ελληνική σκέψη. Βεβαίως, αν λάβουμε υπόψη, ότι ήδη στην ίδια τη Βίβλο η ελληνική σκέψη συνδέεται πολύ συχνά με αυτό που συνήθως ονομάζεται σημιτική ή ιουδαϊκή σκέψη, τότε θα πρέπει να προσέξουμε έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης, τον οποίο θα μπορούσε κανείς να τον ονομάσει «ελληνικό» και του οποίου ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διακρίνονται στην συνάντησή του με το Ευαγγέλιο.