Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

/ Το Συναξάρι της Πεμπτουσίας / Συναξαριακές μορφές


 

Ο Άγιος Μεθόδιος (κατά κόσμον Μιχαήλ) και ο αδελφός του Κύριλλος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος) ήταν τέκνα του δρουγγάριου – στρατιωτικού διοικητού Λέοντος και γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη.
Ο Κωνσταντίνος είχε μεγάλη επιμέλεια στα γράμματα. Σπούδασε φιλοσοφία, διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στη σχολή της Μαγναύρας.
κυρ κ μεθ12
Ο Μιχαήλ ακολούθησε την σταδιοδρομία του πατέρα τους. Έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνος, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους. Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή. Είχαν μοναστική κλίση, αλλά πίστευαν στη μαρτυρική διακονία της κλίσεώς τους αυτής, για να σωθούν και άλλες ψυχές.
Αρχικά ο Κωνσταντίνος αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ των Χαζάρων. Η μεγάλη όμως ευκαιρία δίνεται το καλοκαίρι του 862 μ.Χ., όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνος των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη. Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ιεραποστόλους, για να τους διδάξουν στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και την λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς. Ο Κωνσταντίνος δέχεται και την άνοιξη του 863 μ.Χ., παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου. Η εργασία τους διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν την βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία. Άνοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού. Συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν την σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για την επάνδρωση της τοπικής Εκκλησίας. Έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του.
Στις αρχές του 868 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος φθάνουν στη Ρώμη κομίζοντας τα ιερά λείψανα του ιεραποστόλου Κλήμεντος, που είχε μαρτυρήσει στη χώρα των Χαζάρων. Εκεί η μόρφωση και η ευσέβεια των δύο αδελφών κατέπληξε τους πάντες.
Στο διάστημα της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει βαριά. Προαισθάνεται το τέλος του και ζητά να πεθάνει ως μοναχός. Κείρεται μοναχός και ονομάζεται Κύριλλος. Στις 4 Φεβρουάριου του 869 μ.Χ. ο πύρινος ιεραπόστολος, που άναψε την φωτιά της πίστεως και του πολιτισμού στο σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο Μεθόδιος θέλει να μεταφέρει το σκήνωμά του στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Πάπας Ανδριανός δεν το επιτρέπει και τον θάβει στο ναό του Αγίου Κλήμεντος, όπου μέχρι και σήμερα δείχνεται ο τάφος του.
Στη συνέχεια, ο Μεθόδιος χειροτονείται από τον Πάπα Αρχιεπίσκοπος Σιρμίου, για να εγκατασταθεί στην Παννονία. Η Ρώμη επιδέξια οικειοποιείται το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Η ζωή όμως του Μεθοδίου, ως Αρχιεπισκόπου, περιπλέκεται στους ανταγωνισμούς των Λατίνων και των Φράγκων Επισκόπων, στις δολοπλοκίες των ηγεμόνων και των αρχόντων και γίνεται μαρτυρική. Τον φυλακίζουν δυόμιση χρόνια σε μοναστήρι του Μέλανος Δρυμού και μόλις το 873 μ.Χ. ο Πάπας Ιωάννης Η΄ τον ελευθερώνει και τον αποκαθιστά.
Στις 6 Απριλίου του 885 μ.Χ., στη Μοραβία, ο Μεθόδιος παραδίδει το πνεύμα του προφέροντας τις τελευταίες λέξεις: «Κύριε, εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου». Είχε προετοιμάσει πολυάριθμους νέους ιεραποστόλους. Αυτοί ξεχύθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, διέδωσαν και στερέωσαν την Ορθοδοξία στα σλαβικά Έθνη. Ήταν τέτοια δε η δύναμη και το ρίζωμα του έργου τους, ώστε ούτε η λαίλαπα της Ουνίας του 16ου  αιώνος μ.Χ. κατόρθωσε να εξανεμίσει το θεολογικό και πολιτισμικό έργο των δύο Ισαποστόλων αδελφών, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου.
Κατά την εξόδιο ακολουθία του Αγίου Μεθοδίου αναρίθμητος λαός τον συνόδευσε και θρήνησε τον αγαθό διδάσκαλο και ποιμένα.
Ο Άγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τον Απόστολο Παύλο στην περιφρόνηση των κινδύνων, ιδίως στα ταξίδια και τις περιπλανήσεις του. Γι’ αυτό και ο βιογράφος του σημειώνει ότι σε όλα τα ταξίδια του ο Μεθόδιος περιέπεσε σε πολλούς κινδύνους, που προκλήθηκαν από τον κακό εχθρό.
Κινδύνευσε στις ερήμους από τους ληστές, στη θάλασσα από τρικυμίες, στα ποτάμια από θανάσιμους κινδύνους και έτσι εκπληρώθηκε σε αυτόν ο λόγος του Αποστόλου: «Κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις, εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψη» και σε όλα τα παθήματα, τα μνημονευόμενα από τον Μεγάλο Απόστολο.

Πηγή: Ημερολόγιον 2015, Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο δυναμικός θεμελιωτής του δόγματος Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος



Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (9 Ιουνίου)
Ο άγιος Κύριλλος γεννήθηκε περί το 375 (ή 380) στην Αλεξάνδρεια από πλούσιους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Διακρινόταν για την ευστροφία, την επιμονή, την ορμητικότητα και το ανυποχώρητο στις επιδιώξεις των σκοπών για τους οποίους αγωνιζόταν. Τέθηκε υπό την προστασία του θείου του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος του εξασφάλισε ολοκληρωμένη μόρφωση στην ρητορική και στην φιλοσοφία, πρωτίστως όμως στην Αγία Γραφή, την οποία ο Κύριλλος γνώριζε σχεδόν απ’ έξω και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί με θαυμαστό τρόπο. Φοίτησε στην Κατηχητική Σχολή και είχε δάσκαλο τον Δίδυμο τον Τυφλό.
κρ12
Σε ηλικία περίπου 18 ετών, ο θείος του τον έστειλε στην έρημο της Νιτρίας για να συμπληρώσει την μόρφωσή του με την ασκητική επιστήμη. Εκεί ασκήτευσε για πέντε χρόνια στη Μονή του Αγίου Μακαρίου υπό την καθοδήγηση του γέροντος Σεραπίωνος. Ο ίδιος έλεγε ότι: «Εις χείρας πατέρων τεθράμμεθα ορθοδόξων και αγίων». Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έθεσε την μεγάλη του παιδεία στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύθηκε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τον ενέταξε στον κλήρο και τον προετοίμαζε για διάδοχό του. Ο Κύριλλος τον συνόδευσε στην Βασιλεύουσα και παραβρέθηκε στην παράνομη σύνοδο της Δρυός (403), η οποία καταδίκασε αδίκως τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκτοτε αρνιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα να μνημονεύσει το όνομα του αγίου ιεράρχη στα δίπτυχα – περισσότερο λόγω της προσήλωσής του στην μνήμη του θείου του, παρά εξαιτίας δογματικής αντίθεσης προς τον Χρυσόστομο -και μόνο μετά από επίμονες παροτρύνσεις του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου και, καθώς λέγεται, από όραμα της Θεοτόκου, η οποία είχε στο πλευρό της τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, συναίνεσε να αποκαταστήσει το όνομά του και έγινε μάλιστα ένθερμος υποστηρικτής της τιμής του (417).
Όταν εκοιμήθη ο Θεόφιλος (412), ο Κύριλλος χειροτονήθηκε αμέσως αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Αμέσως επιδόθηκε στην στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας του, που βρισκόταν τους χρόνους εκείνους σε πλήρη άνθιση, αλλά απειλούνταν από ποικίλα διαιρετικά στοιχεία. Αντιμετώπισε τις διάφορες αιρέσεις και σχίσματα, υπολείμματα των οποίων ακόμα υπήρχαν.
Για να καταπολεμήσει την ειδωλολατρία και τις δεισιδαιμονίες, που παρέμεναν ριζωμένες στους κόλπους του λαού, μετέφερε τα λείψανα των αγίων Μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου από την Αλεξάνδρεια στο ειδωλολατρικό μαντείο στην Μένουθι, κοντά στην Κανώπη, το οποίο ήταν περιβόητο για τους χρησμούς, που έδιναν οι δαίμονες, και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής της λιτάνευσης, που διήρκεσε μία ολόκληρη εβδομάδα (414).Στράφηκε κατά των Ιουδαίων που είχαν την υποστήριξη του έπαρχου Ορέστη και συμπεριφέρονταν προκλητικά στους χριστιανούς.
Ο άγιος επίσκοπος αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην συγγραφή ερμηνευτικών έργων, τα οποία σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα με τον αλληγορικό και ηθικό τρόπο, όλες τις λεπτομέρειες της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία διέκρινε το «Μυστήριο του Χριστού φανερωμένο εν αινίγμασι». Αγωνίσθηκε σθεναρά κατά του Νεστορίου που δημιούργησε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Ο Νεστόριος δεν δεχόταν την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού, θείας και ανθρώπινης σε μία υπόσταση, και αποδεχόταν μόνο συνοίκηση ή συνάφειά τους και θεωρούσε την Παναγία όχι Θεοτόκο αλλά «Χριστοτόκο» ή «ανθρωποτόκο».
Πληροφορούμενος την νέα αυτή αίρεση, ο άγιος Κύριλλος εξέθεσε επισήμως σε πασχάλιο επιστολή του ότι όντως η Παρθένος γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και ότι πρέπει συνεπώς να ονομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Ο όρος Θεοτόκος συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Χριστού.
Απηύθυνε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’, στη σύζυγό του και στις αδελφές του μία πραγματεία περί ορθής πίστεως, και απέστειλε στον πάπα Ρώμης, Κελεστίνο, μία έκθεση για τις πλάνες του Νεστορίου. Ο πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στην Ρώμη, η οποία τις καταδίκασε. Ο άγιος Κύριλλος συγκάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της Αιγύπτου, η οποία συνέταξε έκθεση του χριστολογικού δόγματος, ακολουθούμενη από τους δώδεκα Αναθεματισμούς των προτάσεων του Νεστορίου, τους οποίους ο Κύριλλος είχε απευθύνει στον αιρετικό στην Τρίτη Επιστολή του.
Η κατάσταση ανάγκασε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να συγκαλέσει το 431 Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο. Καθώς ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας Ιωάννης και η συνοδεία του αργούσαν, αποφασίστηκε να ανοίξει δίχως αυτούς η πρώτη συνεδρίαση. Προήδρευε ο άγιος Κύριλλος, ως αναπληρωτής του πάπα Ρώμης, οι λεγάτοι του οποίου είχαν επίσης καθυστερήσει. Μετά την ανάγνωση του Συμβόλου της Νικαίας, της Επιστολής του Κυρίλλου προς Νεστόριο και της απαντήσεως του τελευταίου, οι διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν την νομιμότητα του «Θεοτόκος» και καθαίρεσαν τον Νεστόριο, ο οποίος είχε αρνηθεί τρεις φορές να παρευρεθεί.
Μόλις έφθασαν στην Έφεσο, πέντε ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης και η συνοδεία του, προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι δεν τους περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο με σαράντα τρεις επισκόπους και κατηγορώντας τον Κύριλλο ότι ανανεώνει την αίρεση του Απολλιναρίου, αποφάσισαν την καθαίρεσή του, χωρίς άλλη διαδικασία, καθώς και εκείνη του Μέμνονος Εφέσου. Η Οικουμενική Σύνοδος μετατράπηκε έτσι σε ένα βίαιο και εμπαθή αγώνα ανάμεσα στα δύο μέρη, που προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προστασία του αυτοκράτορα. Ευρισκόμενος μακριά και λάθος πληροφορημένος, ο Θεοδόσιος, μετά από μάταιες προσπάθειες για συμφιλίωση, διέταξε να συλληφθούν ο Κύριλλος και ο Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τον Νεστόριο αιρετικό, και έδωσε εντολή να διαλυθεί η Σύνοδος. Με επέμβαση της ευσεβούς Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Θεοδόσιος κάλεσε να εμφανισθούν ενώπιον του αντιπρόσωποι των δύο πλευρών. Τότε αφού τους άκουσε αποδέχθηκε τις θέσεις των Ορθοδόξων.
Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, που του ανέθεσε ο Θεός για την οικοδομή της Εκκλησίας του, ο άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 9 Ιουνίου 444. Τιμήθηκε σύντομα ως άγιος και εγκωμιάσθηκε ως «φωστήρας του κόσμου», «ανίκητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας» και ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης  τον ονόμασε «Σφραγίδα των Πατέρων». Η Εκκλησία θέλοντας να τιμήσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας Αθανασίου και Κυρίλλου όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

/ Το Συναξάρι της Πεμπτουσίας / Αγιολογία / Συναξαριακές μορφές Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος



Άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ (31 Μαρτίου)
Ο άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ είναι μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο πιο μεγάλος Ρώσος ιεραπόστολος. Γεννήθηκε στις 26 Αυγούστου 1797 στο χωριό Ανζίσκογιε της Σιβηρίας, της επαρχίας Ιρκούτσκ, από πτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Ευσέβιο και τη Θέκλα και το όνομά του ήταν Ιωάννης. Στα ρωσικά το όνομά του ήταν Ιβάν Γιεφσέγιεβιτς Ποπώφ. Του έδωσαν ως επίθετο το όνομα του κοιμηθέντος Αρχιεπισκόπου του Ιρκούτσκ Βενιαμίν.
AgInnocenti
Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, αλλά ο θείος του, ο ιερομόναχος Δαβίδ, του εξασφάλισε το 1806 μια θέση στο Θεολογικό Σεμινάριο του Ιρκούτσκ. Εκεί επιδόθηκε στη μάθηση, αλλά και στις πρακτικές τέχνες. Έγινε καλός μαραγκός, μηχανικός, σιδηρουργός και ωρολογοποιός. Αργότερα οι γνώσεις του αποδείχθηκαν πολύτιμες. Σε αμοιβή για την επίδοσή του πήρε το επίθετο Βενιαμίνωφ. Ένα χρόνο πριν τελειώσει τις σπουδές του, το 1817, νυμφεύεται την Αικατερίνα, κόρη ιερέα. Στις 13 Μαΐου του ιδίου έτους χειροτονείται διάκονος και διορίζεται στο ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ιρκούτσκ. Στις 28 Μαΐου 1821 ο Άγιος χειροτονείται πρεσβύτερος. Μετά από λίγο, το 1823, αναχωρεί με την οικογένειά του για την Αμερική. Μετά από ταξίδι 14 μηνών φθάνει στις 24 Ιουλίου 1824 στο νησί Ουναλάσκα, στην Αλάσκα, και αρχίζει το ιεραποστολικό του έργο. Ζει ανάμεσα σ’ ένα λαό που κυριαρχούν ειδωλολατρικές αντιλήψεις και ελάχιστα στοιχεία χριστιανισμού από τις προηγούμενες ιεραποστολές. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν η κατασκευή ενός ναού με τα ίδια του τα χέρια και με την βοήθεια των ιθαγενών. Μαθαίνει την γλώσσα των Αλλεούτιων σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς αργοπορία μεταφράζει λειτουργικά κείμενα και περικοπές της Αγίας Γραφής. Στην συνέχεια συντάσσει την πρώτη γραμματική της γλώσσας των ιθαγενών και το πρώτο αλφάβητο για την άγραφη-ως τότε γλώσσα. Γράφει κατήχηση στην αλεουτιανή γλώσσα και μετάφραση του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και το βιβλίο «Υπόδειξη του δρόμου προς την Βασιλεία των Ουρανών». Στα δέκα χρόνια της παραμονής του στην Ουναλάσκα δεν έμεινε ούτε ένας ιθαγενής ειδωλολάτρης. Η ιεραποστολή προχώρησε και στην ευρύτερη περιοχή. Πέρασαν έτσι δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Ίδρυσε σχολεία, ιατρεία, ναούς και ταξίδεψε σε κάθε γωνιά για να γνωρίσει τους ιθαγενείς, να τους συμπαρασταθεί και να τους μεταδώσει το ευαγγελικό μήνυμα. Οι ιθαγενείς τον εκτίμησαν απεριόριστα κι εκείνος έζησε σαν ένας απ’ αυτούς και μοιράστηκε τις δύσκολες συνθήκες της ζωής τους.
Ο Άγιος επιστρέφει με την οικογένεια στην Μόσχα το 1838 και τοποθετείται στον καθεδρικό ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο. Όμως, στις 25 Νοεμβρίου 1835 ανήμερα στην εορτή της, η πρεσβυτέρα Αικατερίνη πεθαίνει. Ο Άγιος με την συμβολή του Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, κείρεται μοναχός στις 27 Νοεμβρίου 1840 και λαμβάνει το όνομα Ιννοκέντιος, προς τιμήν του Αγίου Ιννοκεντίου του Ιρκούτσκ. Η κουρά του έγινε από τον ίδιο τον Μητροπολίτη Μόσχας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1840 εκλέγεται Επίσκοπος Καμτσάτκας, Κουρίλλων και Αλλεουτίων Νήσων, ενώ συγχρόνως του δίδεται η κανονική εξουσία για όλες τις απομακρυσμένες ιεραποστολικές περιοχής. Η έδρα του ήταν η πόλη Σίτκα.
Το έργο του στην Αλάσκα είναι τεράστιο. Εργάζεται μέσα σε ένα αφάνταστα δύσκολο περιβάλλον, διατρέχοντας τις παγωμένες εκτάσεις και κινδυνεύοντας συνεχώς από χιονοστιβάδες, ρωγμές στον πάγο, άγρια ζώα και έλλειψη τροφής. Η ίδρυση σχολείων αποτελεί κύριο μέλημά του. Γράφει γι αυτό, το 1845, στον Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο: «Προσπάθησα να διδάξω όλα τα παιδιά του Θεού. Αν οι Αλλεουτιανοί με αγαπούν, το κάνουν μόνο γιατί τους έχω διδάξει».
 Την ίδια περίοδο, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, η Επισκοπή του Αγίου Ιννοκεντίου επεκτείνεται περιλαμβάνοντας στους κόλπους της όλη τη Γιακουτία και η έδρα μετατίθεται από την πόλη Σίτκα στο Γιακούτσκ της Σιβηρίας. Εκεί ακολουθούν νέοι ιεραποστολικοί αγώνες.
Ο Άγιος Ιννοκέντιος είναι πλέον 70 ετών και έχει χάσει τις σωματικές του δυνάμεις, υποφέροντας πολύ από τα μάτια του.  Ζήτησε από το μητροπολίτη Μόσχας άγιο Φιλάρετο να του επιτρέψει να παραιτηθεί και να αποσυρθεί σε μοναστήρι. Όμως ο άγιος Φιλάρετος κοιμήθηκε ξαφνικά και η Ιερά Σύνοδος εξέλεξε διάδοχό του τον άγιο Ιννοκέντιο στις 25 Μαΐου 1868. Στη σπουδαία νέα του θέση ο άγιος διέπρεψε για μια ακόμη φορά, για μια δεκαετία, δείχνοντας μεγάλη ποιμαντική αλλά και κοινωνική μέριμνα. Φρόντισε επίσης και για την Αλάσκα, ιδρύοντας μια Ανεξάρτητη Αλεουτιανή Επισκοπή με έδρα τον Άγιο Φραγκίσκο.
Ο άγιος Ιννοκέντιος, μετά από 58 χρόνια ιερουργίας του Ευαγγελίου, κοιμήθηκε το Μ. Σάββατο του 1879 λίγο μετά την αναστάσιμη Ακολουθία και τάφηκε στη λαύρα της Αγίας Τριάδας του αγίου Σεργίου, δίπλα στο μητροπολίτη Φιλάρετο. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας ανακήρυξε Άγιο τον Ιννοκέντιο στις 6 Οκτωβρίου του 1977.  Η μνήμη του εορτάζεται στις 31 Μαρτίου, καθώς και στις 13 Δεκεμβρίου, μαζί με τους άλλους αγίους της Αλάσκας.
Το μεγάλο του έργο, όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν έργο της θείας χάριτος. «Είμαστε όλοι όργανα της θείας Χάριτος, τα έργα του ανθρώπου κατευθύνονται από τον Κύριο». Ενσάρκωσε, στην εποχή του, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει ή να το θέλει το έργο των Αποστόλων του Χριστού.

Ο Γέροντας φλεγόταν όλος!

 


Ο π. Αδριανός Ριμαρένκο, όταν του ζητήθηκε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του μεγάλου Γέροντος Νεκταρίου [Ρώσος όσιος Νεκτάριος (1853-1928)], αρνήθηκε λέγοντας:
– Φοβάμαι να σκιαγραφήσω μια τέτοια μεγάλη μορφή, που για μας ήταν η εικόνα του ακτίστου φωτός!
Ρώσος όσιος Νεκτάριος (1853-1928).
Θυμάμαι με δέος μιαν επίσκεψή μου στον Στάρετς: Μου είπε να προετοιμασθώ για εξομολόγηση και μου υπέδειξε να διαβάσω το ευαγγέλιο. Στάθηκα μπροστά στο αναλόγιο κι άρχισα να διαβάζω μεγαλοφώνως.
Εκείνος αποσύρθηκε στο κελλί του και φαίνεται πως προσευχόταν. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Όταν εγώ τελείωσα την ανάγνωση, έστρεψα το βλέμμα μου προς την μισάνοιχτη πόρτα και το θέαμα που αντίκρυσα μ’ έκανε να φωνάξω δυνατά.
Ο Γέροντας φλεγόταν όλος· ήταν περικυκλωμένος από ένα λαμπερό εκτυφλωτικό φως, μια πιθαμή πλατύ!
Αυτό το υπερφυσικό γεγονός φαίνεται πως συνέβη την ώρα που προσευχόταν, όσο εγώ διάβαζα το ευαγγέλιο. Μόλις όμως αναφώνησα γεμάτος θαυμασμό και κατάπληξη, τα πάντα εξαφανίσθηκαν.
Από το βιβλίο “Όσιος Νεκτάριος, Ο τελευταίος Στάρετς της Όπτινα”.

Ο Άγιος Γεώργιος της Τσερνίκας


Γεννήθηκε το 1730 στην κωμόπολη Σαλίστεα Σιμπίου της Τρανσυλβανίας. Νέος θέλησε ν’ αφιερώσει, τη ζωή του στον Χριστό. Οι διωγμοί των Ουνιτών κατά των Ορθοδόξων τον έκαναν να περάσει τα Καρπάθια όρη και να μεταβεί στη Μουντένια. Στο Βουκουρέστι συνάντησε ένα Έλληνα επίσκοπο και τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη.
Έμεινε μαζί του εκεί εν υπακοή τρία έτη. Επιθυμώντας ο ηλικιωμένος επίσκοπος να ησυχάσει μετέβη στην ιερά μονή Βατοπαιδίου. Τον ακολούθησε στην νέα του εγκατάσταση και ο Γεώργιος. Ο επίσκοπος τον έκειρε μοναχό και τον χειροτόνησε διάκονο. Μετά μικρό διάστημα ο επίσκοπος ανεπαύθη εν Κυρίω στη μονή.
Αναζητώντας νέο πνευματικό οδηγό κατευθύνθηκε στη σκήτη του Προφήτου Ηλιού, όπου ασκήτευε ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ. Ο στάρετς Παΐσιος το 1752 τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό. Μετά διετία χειροτονήθηκε ιερεύς.
Το 1763, ακολουθώντας τον στάρετς Παΐσιο επιστρέφουν στη Μολδαβία, στη μονή Ντραγκομίρνα μαζί με 64 μοναχούς. Δώδεκα έτη έμεινε εκεί ως πνευματικός 350 μοναχών. Κατόπιν εγκαταστάθηκε στη μονή Σέκου, που είχε 200 μοναχούς. Θέλοντας να επιστρέψει στο Άγιον Όρος ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας δεν του επέτρεψε. Κατόπιν θεοσημείας εξελέγη ηγούμενος της μονής Τσερνίκας και κατόπιν της μονής Καλνταρουσάνι.
Ως πνευματικός καθοδηγός των δύο αυτών μονών, που στις ήμερες του είχαν μεγάλη ακτινοβολία, απέκτησε πολυάριθμες και ασκητικές συνοδείες, τις οποίες διακυβερνούσε κατά το αγιορείτικο τυπικό. Το περίφημο τυπικό του συνέταξε το 1785, όταν αρρώστησε βαρειά, και σώζεται μέχρι σήμερα. Θεωρείται μεγάλος πατήρ και αναγεννητής του ρουμανικού μοναχισμού.
Ο όσιος Γεώργιος πήγε στην έρημη και φτωχή Τσερνίκα με δύο μαθητές και τους έφθασε 130, δημιουργώντας ένα περίφημο κοινόβιο. Διακρινόταν για την ασκητικότητά του, «τις γλυκύτερες από μέλι διδασκαλίες» του, την προόραση και διόραση, τα θαύματα που τελούσε όντας ακόμα στη ζωή. Με την προσευχή του και τη δύναμη του παραδείγματός του αναζωογόνησε τη μοναχική ζωή στη νότια Ρουμανία κατά την αγιορείτικη παράδοση. Μέχρι τον ερχομό του οσίου είχαν σχεδόν χαθεί τα κοινόβια στη χώρα αυτή. Ήταν σε όλους αγαπητός για την αγάπη και την απλότητά του και κυρίως για τους γλυκούς του λόγους, που μπορούσαν να βγάλουν δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας και από πέτρινες καρδιές.
Πλησιάζοντας το τέλος του τοπρογνώρισε και συγκέντρωσε όλους τους μοναχούς του και τους ζήτησε συγχώρηση και τους συγχώρεσε όλους, λέγοντάς τους λόγους ωφέλιμους: «Τέκνα μου, όσο καιρό έζησα μαζί σας, άλλη φροντίδα δεν είχα, παρά πώς να σας προστατεύσω από όλα τα είδη των πληγών, σαν μερικά βρέφη που τα περιετύλιξα με την ξενιτεία. Και σάς εξυπνούσα να επιδιώκετε πάντοτε την πνευματική τελειότητα». Ανεπαύθη κατόπιν βαρείας ασθενείας στη μονή Τσερνίκα την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 1806.
Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας στη συνεδρία της 20.11.2005 κατέταξε στο αγιολόγιο τον όσιο Γεώργιο. Ο πρώτος εορτασμός της μνήμης του τελέστηκε στην ιερά μονή Τσερνίκας στις 3.12.2005, μονή που ανασύστησε εκ βάθρων ο όσιος, σ’ ένα νησάκι κοντά στο Βουκουρέστι, όπου αναπαύονται τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα του. Στις εκδηλώσεις προεξήρχε ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ρουμανίας κ. Θεόκτιστος και συμμετείχαν πολλοί αρχιερείς και πλήθος κόσμου.
Η μνήμη του τιμάται στις 3 Δεκεμβρίου και είναι άγνωστη στο Άγιον Όρος και τους ελληνικούς συναξαριστές.
πηγή: Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, Βατοπαιδινό Συναξάρι, εκδ. Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, σελ. 285-290

Ο όσιος Νεκτάριος της Όπτινα και το άφθαρτο σκήνωμά του Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος


Ο Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα, κατά κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε το 1853 στην πόλη Γιελέτς της επαρχίας Οριόλ, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Βασίλειο και την Ελένη. Σε ηλικία επτά ετών, έχασε τον πατέρα του, ο οποίος λίγο πριν το θάνατό του, ευλόγησε τον υιό του με την εικόνα του Αγίου Νικολάου αναθέτοντας το παιδί του στην κηδεμονία του μεγάλου αυτού Αγίου. Ο μελλοντικός Στάρετς δεν αποχωρίσθηκε την εικόνα αυτή σε ολόκληρη την ζωή του.
6356_12
Οι προσευχές της μητέρας του και η αυστηρή ανατροφή, που του έδωσε, τον προστάτευαν από πειρασμούς και συμφορές. Σιγά – σιγά μεγάλωνε και έγινε πράος, ήσυχος και ευλαβής, έξυπνος και φιλομαθής. Φοίτησε στο ενοριακό σχολείο του χωριού του, όπου φοιτούσαν οι άποροι, όπου έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να μετράει και να μελετά το νόμο του Θεού.
Όταν έγινε ένδεκα ετών, εργάσθηκε στο κατάστημα του πλούσιου εμπόρου Χάμωφ, στο σπίτι του οποίου έζησε 9 χρόνια αμέσως μετά τον θάνατο της μητέρας του. Στις ελεύθερες ώρες του μελετούσε πνευματικά βιβλία και πήγαινε στην εκκλησία. Τον διέκρινε η πραότητα, η μετριοφροσύνη και η καθαρότητα της καρδιάς.
Εκείνο τον καιρό ζούσε στην Γιελέτς μια σχεδόν εκατοντάχρονη μοναχή, η  Θεοδώρα, πνευματική θυγατέρα του Οσίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ, που οι κάτοικοι είχαν την ευλαβή συνήθεια να την συμβουλεύονται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις τους. Ο εργοδότης του Νικολάου, που πληροφορήθηκε ότι του ετοίμαζαν ένα προξενιό, τον έστειλε σε αυτήν να πάρει ευλογία για το γάμο. Η γερόντισσα του είπε: «Παιδί μου, πήγαινε στην Όπτινα στον Στάρετς Ιλαρίωνα και αυτός θα σου πει τι θα κάνεις». Ο Στάρετς Ιλαρίων του συνέστησε να επισκεφθεί τον Στάρετς Αμβρόσιο. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και μίλησε μαζί του για δύο ώρες. Μετά από αυτή τη συνομιλία η ζωή του Νικολάου άλλαξε ξαφνικά. Κατ’ οικονομίαν Θεού ανακάλυψε την πραγματική του κλίση.
Ο Νικόλαος εκτελούσε κάθε διακόνημα με πολλή υπακοή, ταπείνωση και ζήλο. Στις 3 Απριλίου 1876 εκάρη ρασοφόρος μοναχός. Μετά ένδεκα χρόνια, στις 14 Μαρτίου 1887, Δ’ Κυριακή των Νηστειών, εκάρη μικρόσχημος και έλαβε το όνομα Νεκτάριος, προς τιμήν του Οσίου Νεκταρίου της Λαύρας του Κιέβου.
Η είσοδός του στο αγγελικό τάγμα των μοναχών του έφερε μεγάλη χαρά. Σε προχωρημένη ηλικία θυμόταν: «Επί ένα ολόκληρο χρόνο ένοιωθα σα να είχα φτερά στους ώμους μου». Ήταν ταπεινός και αισθανόταν την αναξιότητά του. Χειροτονήθηκε διάκονος, στις 19 Ιανουαρίου 1894 και πρεσβύτερος στις 21 Οκτωβρίου 1898.
Ο Όσιος Νεκτάριος δίδασκε στα πνευματικά του παιδιά την ταπείνωση και την υπομονή, περισσότερο από όλες τις αρετές. Για την κάθαρση της ψυχής του ανθρώπου δίδασκε πως επιτυγχάνεται με την προσευχή. Ο Όσιος δίδασκε σε όλους την προσευχή και ιδιαίτερα την ευχή του Ιησού. Μάλιστα, όταν πλησίαζε η σοβιετική λαίλαπα, τόνιζε στα πνευματικά του παιδιά: «σε αυτές τις έσχατες ημέρες είναι καιρός για προσευχή. Κατά την διάρκεια της εργασίας σας να λέτε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Στην αρχή με τα χείλη, μετά με το νου και ύστερα θα εισχωρήσει μέσα στην καρδιά σας».
435
Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επαναστάσεως, την Κυριακή των Βαΐων του 1923 η Όπτινα έκλεισε οριστικά. Ο Όσιος Νεκτάριος συνελήφθη και φυλακίσθηκε στο αρτοποιείο της μονής, μετά οδηγήθηκε στην φυλακή του Κοζέλσκ και καταδικάσθηκε χωρίς δίκη σε θάνατο διά τουφεκισμού. Μετά από διαμαρτυρίες ο Όσιος απελευθερώθηκε στις 17 Απριλίου και έζησε ως εξόριστος σε αγρόκτημα του Πλόχινο. Αργότερα εξορίζεται στο χωριό Χόλμισι της επαρχίας Μπριάνσκ. Εκεί δεχόταν τους επισκέπτες και πλήθος επιστολών από απλούς ανθρώπους, αλλά και από μεγάλους ιεράρχες. Ο Άγιος Πατριάρχης Τύχων τον συμβουλευόταν διά μέσου έμπιστων ανθρώπων. Ο Άγιος Θεός είχε δωρίσει στον Όσιο το διορατικό χάρισμα. Έτσι όλοι τον εμπιστεύονταν και έκαναν υπακοή στον λόγο του.
Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε, μετά από ασθένεια, το 1928. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε αστραπιαία. Χιλιάδες πιστοί άρχισαν να συρρέουν συνεχώς από διάφορες πόλεις στο Χόλμισι.
Το 1935 κλέφτες έσκαψαν τον τάφο του Οσίου ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα. Έβγαλαν έξω από τον τάφο το φέρετρο και αφού έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτε, το παράτησαν ανοιχτό μαζί με το λείψανο του Οσίου στηριγμένο σε ένα δένδρο. Μια ομάδα από εργάτες, που δούλευαν δίπλα στα αγροκτήματα, έτρεξαν στο κοιμητήριο και είδαν έκπληκτοι πως ο Όσιος ήταν εκεί άφθαρτος, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την κοίμηση και την ταφή του. Το δέρμα του είχε το χρώμα του κεριού και τα χέρια του ήταν ευλύγιστα και μαλακά. Μια γυναίκα έφερε λευκό μεταξωτό ύφασμα και κάλυψε το πρόσωπό του. Έπειτα έκλεισαν το φέρετρο και ενταφίασαν τον Όσιο ψάλλοντας Τρισάγιο. Στις 16 Ιουλίου 1989 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Οσίου και η επιστροφή του στην Όπτινα.

Πάτερ λυπήσου μας…

 


Ο Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα (1812 – 1891).
Τις πιο απίθανες περιπτώσεις μπορούσε να συναντήση κανείς στο στάρτσεβο του π. Αμβροσίου [όσιος Αμβρόσιος (1812 – 1891)].
Η επόμενη περίπτωσις έχει σχέσι με… εξόντωσι ποντικών!
Η σύζυγος ενός σπουδαίου προσώπου της πόλεως Νοβοσίλε ήρθε στην Όπτινα [της Ρωσίας]. Μόλις την είδε ο στάρετς [ο γέροντας] την κάλεσε κοντά του.
– Λοιπόν, της είπε, οι ποντικοί δεν σου έφαγαν ακόμη την μύτην;
Κατάπληκτη εκείνη από την προόρασί του γονάτισε στα πόδια του.
– Πάτερ, τον παρακάλεσε, γι αυτό ήρθα. Γέμισε το σπίτι μας ποντικούς! Είναι αδύνατο να παραμείνουμε άλλο εκεί. Κάνε μία προσευχή να φύγουν. Λυπήσου μας!
Η απάντησις στο αίτημα της υπήρξε ταχεία. Πριν επιστρέψη, στο σπίτι, οι ποντικοί, σαν κάποια αόρατη δύναμι να τους κυνήγησε, εξαφανίσθηκαν. Δεν έμεινε ούτε ένας.
Το εκπληκτικό αυτό γεγονός είχε καλές επιπτώσεις και στην ζωή του συζύγου· γιατί με την απομάκρυνσι των ποντικών, απομακρύνθηκαν από πάνω του ωρισμένες πλάνες και προκαταλήψεις που είχε για τους ανθρώπους της Εκκλησίας και ιδίως για τους μοναχούς.
Από την ημέρα εκείνη ο στάρετς Αμβρόσιος ανήκε στα πιο αγαπητά και σεβαστά του πρόσωπα.

Από το βιβλίο “Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα”, έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.