Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

   
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ βάπτισμά του καὶ παρέμεινε πιστός διὰ βίου στὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὀρθοδόξως κατανοεῖ ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ ὄχι ὡς σωματεῖο χριστιανῶν. Καταθέτοντας τὴν αὐτοσυνειδησία του, ὁμολογεῖ: «Ἐγώ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν Ἐπισκόπων Της. Ἐὰν δὲ τὐχὸν πολλοί τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνει εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα. Τὸ κῦρος καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἡμεῖς δὲν τὰ συγχέομεν μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν προσώπων, καθώς οἱ παρασυνάγωγοι»11.

Δὲν παραλείπει, βεβαίως, νὰ γίνεται κάποτε καὶ ἀγαπητικὰ καυστικός, ἀναφερόμενος σὲ κείμενά του στὴν ἀπροθυμία ἐνίων Κληρικῶν καὶ δὴ ἀγάμων νὰ εἶναι γνήσιοι σ’ ὅ,τι ἐπαγγέλονται ὅτι εἶναι καὶ στὴν ἀντιευαγγελικὴ ἐπιλογὴ ἄλλων τινων νὰ βόσκουν ἑαυτοὺς καὶ ὄχι τὰ πρόβατα12. Ὠφέλιμο θὰ ἦταν νὰ μελετήσουμε καὶ αὐτὰ τὰ ἔργα του, ὅπως λ.χ. «Ὁ καλόγερος»13, «Τὰ πτερόεντα δῶρα»14, «Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Δεσπότη»15, «Ἐκκλησιαστικοί Ρήτορες καὶ Ἱερά Σύνοδος»16, «Ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ Ἱερεῖς τῶν χωρίων»17 καὶ ἄλλα.

Ὡς υἱός εὐλαβοῦς Ἱερέως, ὁ Ἀλέξανδρος, ἀνατράφηκε μὲ τὶς Θεῖες Λειτουργίες, τὰ Ἱερὰ βιβλία, τὰ μυροβόλα συναξάρια, τὰ πατερικὰ καὶ νηπτικὰ κείμενα, τὴν φιλοκαλία, τὶς ἀσματικὲς ἀκολουθίες, τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὶς ἀπαράβατες ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις, τὰ ὡραῖα ἔθιμα, τὰ ἐξαίρετα ἤθη, τὸ μεθυστικὸ καὶ ἀναγεννητικὸ ἄρωμα τῆς κολλυβάδικης ἁγιορειτικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία σθεναρῶς ὑπερασπίζεται, ὑπογραμμίζοντας γιὰ τοὺς Κολλυβάδες ὅτι «τὸ σκωπτικὸν ἐπίθετον ἀναξίως ἐδόθη αὐτοῖς ὑπὸ φθονερῶν τοῦ μοναστικοῦ βίου ἀπτήνων»18 καὶ σημειώνοντας ἐπιπροσθέτως ὅτι «ἐκ τῶν Κολλυβάδων ἦσαν ἐκ τῶν παλαιῶν λογίων πατέρων ὁ Κορίνθου Μακάριος, ὁ Νοταρᾶς, ἅγιος τιμώμενος, Ἀθανάσιος ὁ Πάριος καὶ Νικόδημος ὁ πολυγραφώτατος, ὁ Κύριλλος, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἀρσένιος καὶ ἄλλοι ἐνάρετοι πατέρες»19.

«Παρὰ τῶν ἱεροπρεπῶν ἐκείνων Κολλυβάδων ἐδιδάχθη ὁ πατέρας του, ὅπως καὶ οἱ ἀρχαιότεροι τῆς νήσου ἐφημέριοι, τὴν τῶν μυστηρίων τέλεσιν άναδειχθείς φίλος ἀκραιφνής τῆς τάξεως ἐν τῇ προσευχῇ τῇ προκαλούσῃ τὴν κατάνυξιν»20, καθώς ὁ ἴδιος (ὁ Παπαδιαμάντης) ἀνέφερε στὴ νεκρολογία γιὰ τὸν πατέρα του. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι Ἱεροψάλτης καὶ Ἀναγνώστης. Ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ περιγραφή τέτοιων ἀγρυπνιῶν, ποὺ ἔκαμε ὁ ἀείμνηστος πατήρ Φιλόθεος Ζερβᾶκος21. Ὅπως φαίνεται ἀπ’ τὰ ἔργα του, ὁ κυρ- Ἀλέξανδρος γνωρίζει πολύ καλὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τὰ ὑμνογραφικὰ. Χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ κ. Νῖκος Τριανταφυλλόπουλος, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνηγορεύθη ἐπίτιμος διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., ὁ ὑπ’ Αὐτῆς δικαίως χαρακτηρισθείς ὡς ὁ πατριάρχης τῶν μελετητῶν τῶν παπαδιαμαντικῶν ἔργων, «τὰ πράγματα αὐτὰ τὰ ἤξερε καλύτερα καὶ ἀπὸ τὴν παλάμη του»22. Ζεῖ καὶ διασώζει τὴν ἁπλῆ εὐλαβικὴ λαϊκὴ εὐσέβεια καὶ παράδοση. 

Περιγράφει τὰ ἔθιμα καὶ τὰ πανηγύρια, ποὺ κέντρο τους ἔχουν τὴν Θεία Λειτουργία. Δὲν ὑπάρχουν ὡραιότερα διηγήματα Χριστουγεννιάτικα, Πασχαλινὰ καὶ ἄλλα ἑορταστικὰ, ποὺ νὰ συνδυάζουν τόσο ἁρμονικὰ τὴ Θεολογία καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Πιστεύει θερμὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους καὶ στὰ θαύματά τους. «Μικρός ἐζωγράφιζα Ἁγίους…»23 θὰ σημειώσει στὴν αὐτοβιογραφία του.Μιὰ φορὰ, διηγεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ἔγινε καλὰ ἀπὸ ἰσχυρὸ πονόδοντο καὶ ἔγραψε άκολουθία στὸν Ἅγιο Ἀντίπα, ποὺ προστατεύει ὅσους πονοῦν στὰ δόντια. Καὶ βέβαια καὶ σ’ ἄλλους ἁγίους ἔγραψε ὑμνολογίες, κυρίως ὅμως στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἰδιαίτερη πράγματι, εἶναι ἡ εὐλαβική σχέση του μὲ τὴν Παναγία, εὐθέως ἀνάλογος μὲ ἐκείνη τῶν Σκιαθιτῶν. Στὸ διήγημά του «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου»24 π.χ. περιγράφει αὐτὴ τὴ σχέση: «τὸ πάλαι ἐδῶ, στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, δηλαδὴ, οἱ χριστιανοί, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ Ἱεροῦ ἄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν…». «Στὸν μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα, ὅπου διεκτραγωδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς…

Ἐκεῖ ὅπου κανείς παρεκάλει, διὰ τοῦ ἄσματος, τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεὸν, «μὴ μοῦ ἐλέγξη τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων…». Ὦ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι, τὸν παλαιὸν καιρὸν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…». Τὴν ἴδια θαλπωρὴ καὶ παραμυθία, μᾶς πληροφορεῖ, ἐπιζητοῦν
οἱ προσκυνητές στὸ πανηγύρι τῆς Παναγίας τῆς Κεχριᾶς, καθώς προσεγγίζουν τὴν σεβασμίαν καὶ παλαιὰν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως…», ὅπως καὶ οἱ νοσταλγοί τοῦ Κάστρου καὶ διακονητές τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας. Στὴν λεπτομερῆ ὅμως διήγησή του γιὰ τὴν εὕρεση τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Κουνίστρας, τὴν ὁποία θεωρεῖ καὶ ὀνομάζει κοινὸν σέβασμα καὶ ἁγίασμα τῶν χριστιανῶν καὶ πολιοῦχον τῆς νήσου καὶ θεόπεμπτον κειμήλιον, εἶναι ἐμφανέστατος αὐτός ὁ ὑποκάρδιος σεβασμός καὶ τὸ φίλτρο πρὸς τὴν Θεομήτορα, ἡ ὁποία, καθώς ἀναφέρει, «πολλοὺς (δὲ) ἁγιασμοὺς καὶ ἰάσεις εἰς τοὺς μετὰ πίστεως ἐπικαλουμένους ἐνεργεῖ…»25.

Στὸ ἔργο αὐτὸ περιγράφεται καὶ ἡ βαθειά πνευματική σχέση μὲ τὸ Μοναστῆρι τῆς Κουνίστρας, τὸ «μονύδριον» κατὰ τὴν δυτικὴν ἀκτὴν τῆς νήσου Σκιάθου, τὸ προσκύνημα ὅλων τῶν χριστιανῶν τῆς νήσου, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἡ οἰκογένειά του διατηροῦσε ἀπὸ παλιὰ πνευματικοὺς δεσμοὺς. Στὸν ἴδιο τόνο ἀποκαλυπτικὰ ἱερῶν συναισθημάτων εἶναι καὶ τὰ ποιήματά του στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί, στὴν Παναγία τὴν Σαλονικιὰ, στὴν Παναγία τὴν Κεχριὰ, στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα, στὴν Παναγία τοῦ Ντομὰν26. Ὁ Παπαδιαμάντης σέβεται καὶ τιμᾶ οὐσιαστικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, προβάλλοντας τὴν ἀλήθεια τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ ἄρνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως θεωρεῖ ὅτι μᾶς ἐξομοιώνει μὲ τοὺς Προτεστᾶντες. Γράφει σὲ ἐπιστολὴ του: «Ἡ οὐσία τοῦ Προτεσταντισμοῦ δὲν ἔγκειται τόσον ἐν τῇ τιμῇ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν λειψάνων, ὅσον ἐν τῇ ἀπορρίψει τοῦ κύρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Πατέρων καὶ τῆς παραδόσεως, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἑρμηνεύειν ἕκαστον τὰς Γραφὰς, ὅπως ἂν αὐτῷ ἀρέσκη».27

Εἶναι ἀκτήμων καὶ ἐλεήμων, φτωχός, ἁπλός, λιτός, σεμνός, ταπεινός καὶ ἀσκητικός. Στερεῖται καὶ τὸν ἐπιούσιο καὶ, ἐν τούτοις, ἔχει τὸ κουράγιο νὰ πῆ: «Μοῦ φθάνουν οἱ 100 δραχμές», ἔναντι τῶν 150, ποὺ κάποτε τοῦ προσέφεραν, ὡς ἀνταμοιβὴ τοῦ κόπου του. Πόσο ἀξιοπρόσεκτη κάνει τὴν ἔντιμον πενίαν στὴν ἐποχὴ μας, τὴν ἐποχὴ τῆς ἀπληστίας! «Πρέπει νὰ μένη τις ἐν τῇ τάξει ἐν ᾗ εὑρέθη ἀπ’ ἀρχῆς, ὅσον ταπεινή, ὅσον πενιχρά καὶ ἂν φαίνεται αὕτη. Αἱρετωτέρα δὲ ἀείποτε ἡ ἔντιμος εὐτέλεια τῆς ἀδόξου πολυτελείας καὶ τρυφῆς» ἰσχυρίζετο. Προτιμᾶ τὴν συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων καὶ προσπερνᾶ μὲ ἀξιοζήλευτη ἐλευθερία τὶς τιμὲς γιὰ τὸ ἔργο του, σάν νὰ μὴν εἶδε καὶ νὰ μὴν ἄκουσε. Ὅταν ἡ πριγκήπισσα Μαρία ὀργάνωσε πρὸς τιμὴν του μιὰ μεγάλη φιλολογικὴ γιορτὴ στὸν «Παρνασσὸ», ὅλη ἡ Ἀθήνα πῆγε, ἐκτός ἀπὸ τὸν τιμώμενο συγγραφέα. Εἶχε καταφύγει στὴ φιλοξενία τοῦ Νίκου καὶ τῆς Πολυξένης Μπούκη. Κάθισαν ἔξω, στὴ μικρὴ ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ, καὶ τότε εἶπε: - Ἀπόψε μὲ περιμένει ἡ πριγκήπισσα Μαρία, μὲ ὅλη τὴν πλούσια κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ Μπούκηδες σαστισμένοι: - Μὰ, κύριε Ἀλέξανδρε, τί κάνετε λοιπόν ἐδῶ; - Ἔννοια σας, κυρία Πολυξένη. Εἶμαι πολύ καλύτερα μαζί σας. Ὅλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν γιὰ μένα καμιὰ σημασία. Προτιμῶ νὰ περάσω τὴ βραδιὰ στὸ σπίτι σας. Κυρία Πολυξένη, κάνε μου, παρακαλῶ, ἕνα χαμομήλι καὶ δός μου ἕνα σπίρτο. Ἄναψε τὸ τσιγάρο του καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλῃ28.

Πονάει ἡ ψυχή του, συναντῶντας παντοῦ τὸν ὑλισμὸ. Γράφει εὑρισκόμενος στὴν Ἀθήνα: «Ἐδῶ θεοποιεῖται φανερὰ ὁ Μαμωνᾶς. Χιλιάκις καλύτερον θὰ ἦτο ἐὰν ὑπῆρχεν ἀκόμα ἡ ἀρχαία ποιητικἠ εἰδωλολατρία. Τώρα ὅμως ἡ πράγματι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ὁ πλέον ἀκάθαρτος καὶ κτηνώδης ὑλισμός. Μόνον κατὰ πρόσχημα εἶναι ἡ χριστιανοσύνη»29. Ὡστόσο, ἐκτός ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ἀθεΐα, θεωρεῖ παντελῶς ἀπαράδεκτη καὶ τὴν θεωρητικὴ. Πιστεύει ὅτι εἶναι παρόλογο νὰ ἀρνεῖται κάποιος ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Στὸ ἄρθρο του «Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ὑλισμός», μεταξύ ἄλλων, γράφει: «…Πρὸ τῶν σήμερον ὑλιστῶν, δαρβινιστῶν καὶ θετικιστῶν ὑπῆρξαν οἱ ἀπαισιόδοξοι, οἱ ὀρθολογισταί καὶ οἱ κριτικισταί· ἀλλά παρῆλθον· πρὸ αὐτῶν ἦσαν οἱ πανθεϊσταί, ἀλλά ἐξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται ἐν τῇ σκιᾷ, ἀφανίζονται, ἀφοῦ ἐπὶ βραχύ τέρψωσι τοὺς φιλοκαίνους καὶ τοὺς φιλαναγνώστας διὰ περιέργου συναυλίας λέξεων καὶ γνωμῶν. Ὁ δὲ Χριστιανισμός ἔμεινε καὶ θὰ μένῃ». «…τῶν θνητῶν ἡ διάνοια θὰ στρέφεται ἀείποτε πρὸς τὸ θεῖον ὡς πρὸς τὴν μόνην αὐτῆς ἀνάπαυσιν ἤ τὸν μόνον ἀγῶνα»30.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει σοβαρὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ. Ἔχει μελετήσει τὴ Θεία Γραφὴ, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι ὁἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ὑπακούει τὸ Θεὸ, νὰ τὸν διακονεῖ θυσιαστικὰστὸ πρόσωπο τοῦ κάθε πλησίον. Οἱ σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως,διαταράσσονται διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς. Περιγράφονται ἐκεῖ ἄσωτοι, ἄθεοι,βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, ἄδικοι,ὑποκριτές φθονεροί, ἱερόσυλοι, φονιάδες & αὐτόχειρες ἀκόμη.Γνωρίζει τὸ εὐπερίστατον τῆς ἁμαρτίας καὶ θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία σάν θεραπευτήριο τῶν ἀνθρώπων, διὰ τῆς μετανοίας.Συγκλονιστική εἶναι ἡ περιγραφή τῆς εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεωςτῆς ἀδελφῆς Ἀγάπης στὸν Γέροντα Ἀμμοῦν, ποὺ τόσο πολύ διέφερεποιοτικὰ ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες τυπικὲς ἐξομολογήσεις ποὺ ὁ Γέρων Πνευματικός εἶχε δεχθεῖ καὶ ποὺ ἔκαμε καὶ τὸν ἴδιο νὰδιερωτᾶται, ἂν καὶ αὐτός ἐξωμολογήθη ποτὲ εἰλικρινῶς, ἀλλά μετ’ ἀληθοῦς καὶἀνυποκρίτου εἰλικρινείας, πρὸς τὸν πνευματικὸν αὐτοῦ πατέρα.Αὐτή ἡ περιγραφή, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν τόσο ρεαλιστικὴ ρήσηὅτι «τὰ μυστικὰ, ἅτινα κρύπτουσιν οἱ ἁμαρτωλοί κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν, τοὺς τρώγουσι ζῶντας, καθώς οἱ σκώληκες θὰ μᾶς φάγωσι νεκροὺς»31 καὶ θὰ ἦταν ὠφέλιμο νὰ περιέχεται στὰἐγχειρίδια τῆς ἐξομολογητικῆς, προϋποθέτει ἀσφαλῶς βαθειὰ γνώση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τὴν ὁποία μόνον ὁ τίμια αὐτοκρινόμενος, ὁ ἀληθινὰ πνευματικός ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ κατέχει.

Τὴν Ἐκκλησία τὴ διακηρύσσει ὡς φιλόστοργη μητέρα καὶ πηγή πάσης παραμυθίας. Σ’ αὐτὴν καταθέτει, κατὰ τὸν Ν. Γαβριήλ Πεντζίκη, τὸν πεπτωκότα ὀργανισμὸ. Σὲ ὅλα τὰ ἔργα του φαίνεται διάχυτη αὐτή ἡ εὐσπλαχνία τοῦΘεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Τὴν Χριστίνα, π.χ, τὴν δασκάλα, ποὺ ζοῦσε χωρίς στεφάνι, τὴν βλέπει μὲ συμπάθεια, γι’ αὐτὸ, στὸ τέλος τοῦ διηγήματός του, γράφει γι’ αὐτὴν: «Ἀλλ’ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη “ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων“, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα καὶ τοῦ ληστοῦ τὸ Μνήσθητί μου, θὰ δεχθῆ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώσῃ χῶρον καὶ τόπον χλοερὸν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴν βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν»32.Τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπικαλεῖται καὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, γράφοντας ὅτι μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων μόνον οἱ ὀρθόδοξοι δικαιοῦνται καὶ ὀφείλουσι νὰ τελέσωσι, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς δυτικοὺς, ποὺ διδάσκουν τὰ περὶ καθαρτηρίου πυρός.

Σχολιάζει: «Ἡμεῖς Καθαρτήριον δὲν ἠξεύρομεν, πιστεύομεν ὅμως ὅτι ὁ Θεός, ἐν τῷ ἀπείρῳ Αὐτοῦ ἐλέει, πολλὰς πολλῶν ἁμαρτίας θὰ συγχωρήσῃ, δεχόμενος τὰς μυστικὰς θυσίας καὶ τὰς ἐν αὐταῖς γινομένας εὐλαβῶς μνείας τῶν κεκοιμημένων. Περὶ Καθαρτηρίου δὲ καὶ ἄλλων τοιούτων δὲν πολυπραγμονοῦμεν. Οἱ Δυτικοί θεολόγοι εἶναι δεινοί εἰς τὸ νὰ περιγράφωσιν ἐπὶ τὸ φανταστικώτερον καὶ τὰς Κολάσεις καὶ τὰ Καθαρτήρια. Ἡμεῖς γνωρίζομεν μόνον ὅτι αἱ ψυχαί τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὅσοι ἡμάρτησαν ὡς ἄνθρωποι, εἶναι εἰς τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ»33. Στὸ Λαμπριάτικο ψάλτη34 γίνεται ἰδιαίτερος λόγος γιὰ τὴν δύναμη τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων προσφορῶν.Ὁ Παπαδιαμάντης πονάει ὅταν βλέπει τὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ρέπει πρὸς τὸν μιμητισμὸ καὶ τὴν ξενομανία, τὸ νὰ χάσκη τις πρὸς τὰ ξένα καὶ νὰ περιφρονῆ τὴν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ὅταν τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι κυρίως θρησκευτικὰ, γράφει:

«Μὴ θρησκευτικὰ, πρός Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι κατ’ εὐθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα, ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα Ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράφῃς ὅτι ὁ Χριστός δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ» καὶ ὅτι ὁ πτωχός Ἱερεύς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου… Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτὰ. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζή πραγματικότης… Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτὸ, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσο λέγουν αὐτοί… Ἄγγλος, Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ ἄθεος ἤ ὁ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμη δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ νὰ φανῆ καὶ αὐτός γίγας . Τό Ἑλληνικὸν ἔθνος… θὰ ἔχει διαπαντός ἀνάγκη τῆς θρησκείας του»35.

Καὶ παραδέχεται μετὰ παρρησίας «τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γραφέντων διηγημάτων… εἶναι μᾶλλον θρησκευτικὰ»36. «Δύνασαι, (ἐρωτᾶ τοὺς ἐπικριτὲς του) νὰ δημοσιεύης ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἤ περιγραφὲς, χωρίς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα;». Καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθινῆς αἰτίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸν κατακρίνουν· «Ἰδού λοιπόν τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των -καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθῇς ἡγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίης εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσης (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου Τραπέζης) καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα!...»37.Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ ἄλλη εὔστοχη ἐπισήμανση τοῦ κ. Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, ὅτι σκοντάφτουν, ὅσοι σκοντάφτουν, ὄχι στὴν γλῶσσα, ἀλλά στὰ πράγματα ποὺ ἀποκαλύπτει μὲ τὴ γλῶσσα του καὶ τὸ γρᾶμμα του ὁ Παπαδιαμάντης38.

Δικαιολογημένα γράφει γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ὁ Γιάννης Τσαρούχης: «Ἀνήκει καὶ αὐτός, μαζί μὲ μιὰ πλειάδα Ἑλλήνων, στὴν ὁμάδα τῶν διαμαρτυρομένων Ἑλλήνων… Ὁ Παπαδιαμάντης, κάτω ἀπὸ τὸ ἥσυχο πνεῦμα του, κάτω ἀπὸ τὴν γαλήνη τὴν στηριγμένη στὴν χριστιανικὴ, ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι πολύ πιὸ τραγικός, εἶναι πολύ πιὸ Εὐρωπαῖος στὶς ἀνησυχίες ἀπὸ πολλοὺς εὐρωπαΐζοντες, οἱ ὁποῖοι σήμερα δὲν θὰ ἔκαναν οὔτε γιὰ τὰ ἐπαρχιακὰ φύλλα μὲ τὶς ἐπαναστατικὲς τους ἰδέες καὶ μὲ τὶς πρωτοτυπίες τους»39. Πράγματι «στὰ Παπαδιαμαντικὰ κείμενα ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα μοιάζει σαν ἀνθός ποὺ λυκνίστηκε στὸν πόθο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ἔδεσε τὸν καρπὸ του στὴν θαλπωρὴ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης»40. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος πιστεύει ὅτι ἡ καλύτερη προσφορά στὴν πατρίδα μας εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ ἄμεση ἐπιστροφή στὴν ἀνόθευτη καὶ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: «Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνική ἀγωγή, ἡ χρηστή διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας»41.

Ὁ Παπαδιαμάντης, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶ καὶ τὴν φύση. Δι’ αὐτῆς ἀνάγεται στὸν Δημιουργὸ, τὸν ὁποῖο μεγαλύνει γιὰ τὴν πανσοφία Του. Ὡστόσο, ἐπικρίνει ὅσους τοποθετοῦν τὴν κτίση στὴν λατρευτικὴ σχέση ποὺ ἀνήκει στὸ Θεὸ. Γράφει: «Μικροί ἀκούσιοι εἰδωλολάτρες διασώζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως». Λυπᾶται βέβαια γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ κάλλους τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ γράφει μὲ πόνο ψυχῆς: «τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ». Διακηρύσσει ὅτι τὸ πρέπον ζῆν εἶναι τὸ ζῆν, ὄχι μόνον κατὰ φύσιν, ἀλλά κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων, κατὰ τὸν θεῖον νόμον, δι’οὗ εὐλογεῖται μὲν ἡ φύσις, κυροῦται δὲ ὁ ὀρθός λόγος. «Καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινὴν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Καὶ ἀφελῶ ὑμῶν τὰς καρδίας τὰς λιθίνας καὶ δώσω ὑμῖν καρδίας σαρκίνας! Καὶ τὸν νόμον Μου ἐγγράψω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν»42.

Ἀντιμετωπίζοντας δὲ, μὲ τὸ ἄρθρο του, ποὺ ἔχει τῖτλον: «Ἡ ἀληθής ὑγεία», κάποιους νεωτεριστὲς, νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας, ποὺ ἀνακατώνουν ζητήματα (ποὺ ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὴν «ὑγιεινὴ διατροφὴ») λελυμένα ἀπὸ αἰώνων, θυμίζει τὴν ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νηστεία τῶν Τετραδοπαράσκευων καὶ τῶν Τεσσαρακοστῶν, τὴν ὁποία θεωρεῖ ἀρκετή γιὰ τὴν ὑγεία, καὶ φαίνεται ὅτι γνωρίζει ἀκόμη καὶ τὸν ΝΑ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἀναθεματίζει ὅσους ἀπέχουν οἴνου καὶ κρεῶν καὶ γυναικός, μὴ δι’ ἐγκράτειαν, ἀλλά διὰ βδελυγμίαν43. Ἰδιαίτερης διαχρονικῆς ἀξίας εἶναι, τέλος, ἡ τόσον περιεκτική ὁμολογία του, στὸ «Λαμπριάτικο ψάλτη», συνοψίζουσα τὸ βίο του καὶ τὸ ἔργο του: «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σοφρονῶ, δὲν θὰ παύσω νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστὸν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφίζω μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μὴ σου μνησθῶ»44.

Ἀνάλογος πρὸς τὴν ζωὴ του ὑπῆρξε καὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του. «Ὁ Ἱερέας Γεώργιος Ρήγας, στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν ἐκδότη Ἠλ. Δικαῖο, ἔγραψε γιὰ τὰ χριστιανικὰ τέλη του κυρ-Ἀλέξανδρου. Ζήτησε νὰ προσέλθει ὁ ἱερεύς τῆς Σκιάθου παπα-Ἀνδρέας Μπούρας καὶ οἱ ἀδελφές του ζήτησαν νὰ πάει μαζί στὸ σπίτι καὶ ὁ γιατρός. Διηγεῖται, λοιπὸν, ὁ π. Γεώργιος Ρήγας: «Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανός καὶ χριστιανός εὐσεβής. Μόλις λοιπόν εἶδε τὸν ἰατρόν εἶπεν εἰς αὐτὸν: "Τί θέλεις σύ ἐδῶ;" "Ἦρθα νὰ σὲ δῶ" τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. "Νὰ ἡσυχάσης" τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, "ἐγώ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ 'ρθῆς ἐσύ"... Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεύς διὰ νὰ κοινωνήση. "Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!" ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονή τοῦ θανάτου του καὶ τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, "ἀνάψτε ἕνα κηρί", εἶπε "φέρτε μου κι’ ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον". Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθη καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλά πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: "Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ' ἔξω". Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ "τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην..." (σ.σ. πρόκειται γιὰ τροπάριο ἀπὸ τὶς Ὧρες τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων ποὺ ἐπέκειτο).

Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο ψάλσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν νύκτα, κατὰ τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκεν τὴν ψυχὴν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου. Ἡ Σκιάθος ὅλη ἔκλαυσε καὶ κλαίει διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Παπαδιαμάντη...»45. Ἡ κληρονομιά τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη εἶναι τεράστια καὶ διαχρονική, γιατί μέσα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα καὶ τὰ διηγήματά του φανερώνει, μαρτυρεῖ αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἐβίωσε. Δὲν εἶναι ὑπερβολή νὰ ποῦμε, ἀγαπητοί, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἡ σημαντικότερη καὶ γνησιότερη θεολογική φυσιογνωμία τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου τοῦ τελευταίου αἰῶνος. Ἀρκεῖ νὰ ἀξιολογηθῆ θεολογικὰ τὸ ἔργο του καὶ νὰ μὴν μετρηθῆ μὲ τὰ ἀφελῆ κριτήρια τῆς ἁπλῆς θρησκευτικῆς ἠθογραφίας. Σωστὰ ἐπισημαίνει ὁ Καθηγητής κ. Ἀνέστης Κεσελόπουλος, ποὺ ἔχει γράψει σπουδαιότατη μελέτη γιὰ τὴν λειτουργικὴ παράδοση στὸν Παπαδιαμάντη: «Κηρύσσει μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ λειτουργικὸ του ἦθος “λόγον ἔμπρακτον καὶ πρᾶξιν ἐλλόγιμον”.

Στὰ ἔργα του μπορεῖ κανείς νὰ ἀνακαλύψει πλούσια κοιτάσματα πνευματικοῦ θησαυροῦ, ποὺ μποροῦν νὰ θρέψουν πολλοὺς πένητες. Εἶναι ἀληθινή ἡ διαπίστωση ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ κείμενά του κρύβεται ἡ ἴδια ἡ ζωή του, ποὺ ἀνασαίνει καὶ τρέφεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ παράδοση τοῦ γένους του. Ἑκατό χρόνια συμπληρώθηκαν ἐφέτος ἀπὸ τὸ θάνατό του, ὅμως ἡ μνήμη του εἶναι ἄφθιτος καὶ μετ’ ἐγκωμίων. Κατὰ τὸν Π. Νιρβάνα «ὁ ποιητής ἀρχίζει νὰ ζῇ, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἀποθάνῃ»46. Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθός αὐτῶν, καὶ ἡ φροντίς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ47, βεβαιώνει ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν, ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.Παράδοσις, μάλιστα, τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ Μοναστηριακή καὶ ἁγιορείτικη εἶναι νὰ παρατίθενται κόλλυβα στὰ μνημόσυνα καὶ νὰ εἰκονίζεται ἐπ’ αὐτῶν ἡ μορφὴ τοῦ τιμωμένου.
Σημειώσεις 
11 Ἀ. Παπαδιαμάντη, Ἅπαντα, Κριτική Ἔκδοση Ν. Τριανταφυλλόπουλου, Ἐκδ. «Δόμος», 5 Τόμοι, Ἀθήνα 1981-1988 τόμος Ε΄, σελ. 165.
12 Ἰεζεκιήλ, λδ΄, 2.
13 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄ 315 κ.ἑξ.
14 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄ 191 κ.ἑξ.
15 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄ 131 κ.ἑξ.
16 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄ 147 κ.ἑξ.
17 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄ 193 κ.ἑξ.
18 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 330.
19 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 330.
20 Ἀ. Παπαδιαμάντη, Νεκρολογία γιὰ τὸν πατέρα μου, ἀπόσπασμα Παπαδιαμάντη, ὅπ. π. τόμος Ε΄, σελ. 332 -333.
21 Περ. «Κιβωτός», Φεβρ.1953, σελ. 45-46 καὶ Ἐκδόσεις «Διάμετρος», Ἡμερολόγιο 1998, Συγγραφεῖς στὸ χρόνο - Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης, σελ. 251-253.
22 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Α΄, σελ. 14.
23 Ἐκδόσεις «Διάμετρος», Ἡμερολόγιο 1998, Συγγραφεῖς στὸ χρόνο - Ἀ. Παπαδιαμάντης, σελ. 6.
24 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄, σελ. 85 κ. ἑξ.
25 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 199-203 καὶ 208-211.
26 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 30-38.
27 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 163.
28 Ὀκτ. Μερλιέ, Ἀ. Παπαδιαμάντη Γράμματα, σελ. λ΄-λα΄ - Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π., σελ. 70.
29 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄, σελ. 608.
30 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., σελ. 300-301.
31 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν», Κεφ. «Οἱ ἐξορκισμοί», τόμος Α΄, σελ. 227-232.
32 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Χωρίς στεφάνι», τόμος Γ΄, σελ. 131 κ. ἑξ.
33 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 167-169.
34 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 519-520.
35 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 516.
36 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄, σελ. 515.
37 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Ὁ Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 514.
38 Κεσελόπουλος Ἀν. Γ., «Ἡ λειτουργική παράδοση στὸν Παπαδιαμάντη», Ἐκδ. «Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη, σελ. 23.
39 Γιαννούλης Χαλεπᾶς σελ. 12, Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π. σελ. 267.
40 Κεσελόπουλος Ἀν. Γ., ὅπ. π., σελ. 20.
41 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 254.
42 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 285-287.
43 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 286-287.
44 Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄, σελ. 517
45 Ρήγα Γ., ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς στὸν ἐκδότη Δικαῖο. Ἀ. Παπαδιαμάντη ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ, ἐκδ. «Δόμος», σελ. 218-219.
46 Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π., σελ. 256.
47 Σοφ. Σολομ. ε΄, 15.
48 Γ΄ Βασ. ιθ΄, 12.
49 Ψαλμ. κδ΄, 7.
απόσπασμα από «Ἡ Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα καὶ ὁ Παπαδιαμάντης» Ὁμιλία σὲ ἡμερίδα τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος, ποὺ διοργανώθηκε γιὰ τὴν συμπλήρωση 100 χρόνων ἀπὸ τὸ θάνατό του.

πηγή : Ιερά Μητρόπολις Χαλκίδος









ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ & ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΣεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου


  






Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου


...Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μιλούμε για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού συνδεδεμένο με την Ανάστασή Του. Γιατί Σταυρός χωρίς την Ανάσταση είναι μια σκληρή και αδήριτη πραγματικότητα, και Ανάσταση χωρίς τον Σταυρό είναι μια ψεύτικη και συναισθηματική κατάσταση. Όταν κάνουμε λόγο για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, δεν το εννοούμε αφηρημένα και στοχαστικά, αλλά για την απαλλαγή του ανθρώπου από την τυραννία και την φρικτή φυλακή του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου. Με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ο Χριστός νίκησε τον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο, και έτσι μας έδωσε την δυνατότητα να υπερβούμε και εμείς τους τρεις αυτούς εχθρούς. Κυρίως πρέπει να σημειώσουμε ότι με την θυσία του Χριστού και την Ανάστασή Του μπορούμε να υπερβούμε την θνητότητα και την κτιστότητά μας. Από την ημέρα που γεννιόμαστε έχουμε μέσα στην βιολογική μας ύπαρξη τον θάνατο, που εκδηλώνεται με πολλές μορφές, όπως με την ασθένεια, την φθορά του σώματος, τις ανασφάλειες, την αύξηση της ηλικίας, τα πάθη της αυτοσυντηρήσεως, της φιλαργυρίας κλπ. Όλοι οι άνθρωποι περνούν στην ζωή τους την διαδικασία του θανάτου. Το παιδί στην ηλικία των 8-10 ετών καταλαβαίνει ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμο γεγονός. Ο έφηβος βλέπει την βασανιστικότητα του θανάτου. Ο μεσήλικας βλέπει τα χρόνια να περνούν χωρίς σκοπό και νόημα, και ο συνταξιούχος περνά μια τρομερή κρίση, πορευόμενος προς τον θάνατο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τονισμό της Ανάστασης, δίνει μια διέξοδο στο υπαρξιακό κενό του ανθρώπου.

-Πώς μπορούμε ως Ορθόδοξοι να κατανοήσουμε το νόημα της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Κυρίου;

Η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση δείχνει κάπως πώς μπορούμε να κατανοήσουμε υπαρξιακά τα μεγάλα αυτά γεγονότα. Εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι μπορεί κανείς με διάφορους τρόπους να προσεγγίση αυτά τα γεγονότα. Μια προσέγγιση είναι η λογική και ιστορική επεξεργασία, να διαβάση κανείς για το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα αυτά. Μια άλλη είναι να τα πλησιάση συναισθηματικά, να δη, δηλαδή, τον πόνο και την οδύνη του Χριστού. Μια άλλη προσέγγιση είναι να συμμετάσχη σε όλη την διαδικασία των ηθών και εθίμων, να τα ζήση, δηλαδή, φολκλορικά, γιατί έτσι ικανοποιούνται και τα παιδικά βιώματα. Η Εκκλησία όμως με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επιδιώκει να βοηθήση τον άνθρωπο να τα προσεγγίση υπαρξιακά. Μια θεολογία που δεν έχει σχέση με την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, και την απαλλαγή του από αυτήν, δεν έχει καμμία αξία και σημασία. Το να δη κανείς το πρόβλημα του θανάτου μέσα στην ύπαρξή του, όπως εκδηλώνεται με την τυραννία των παθών, και να επιδιώκη να το θεραπεύση με την μετάνοια, που είναι αλλαγή του νού και του τρόπου ζωής, είναι μέθεξη του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού.

Τα συναισθήματα που επικρατούν στα διαδραματιζόμενα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σύμμεικτα. Ο πόνος συμβαδίζει με την χαρά, η ραθυμία με την εγρήγορση, η αμαρτία με την συγχώρηση, η προδοσία με την αγάπη, η πτώση με την λύτρωση, ο θάνατος με την Ανάσταση. Πιστεύετε ότι αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αποτελούν για τον σύγχρονο κόσμο και ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους μια πρόκληση;

Κατ’ αρχάς να σάς πω ότι μέσα στην Εκκλησία διδασκόμαστε για το πώς τα συναισθήματα μετατρέπονται σε βαθειά πνευματικά βιώματα. Γιατί, όπως γνωρίζετε, υπάρχει διαφορά μεταξύ αισθημάτων και συναισθημάτων. Τα πρώτα είναι βαθειές πνευματικές υπαρξιακές καταστάσεις, ενώ τα δεύτερα (συναισθήματα) είναι επιφανειακές ευχαριστήσεις.

Πράγματι, αυτές οι αντιθέσεις μεταξύ πόνου και χαράς, ραθυμίας και εγρήγορσης, αμαρτίας και συγχώρησης κλπ. αποτελούν τρομερή πρόκληση. Συνήθως οι άνθρωποι και μάλιστα οι νέοι άνθρωποι πορεύονται έναν μονόδρομο, αποτελούν το λεγόμενο μονοδιάστατο άνθρωπο. Θέλω να πω ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι συνήθως πονεμένοι και προδομένοι, αισθάνονται αποτυχημένοι στην ζωή. Είναι φοβερό να αισθάνεται ο νέος άνθρωπος μόνος, θλιμμένος, πονεμένος, απαράκλητος και απαρηγόρητος, να αισθάνεται το καταθλιπτικό βάρος της αμαρτίας, να βιώνη το αδιέξοδο στην ζωή του. Και όμως η Εκκλησία μας δείχνει τον δρόμο για την υπέρβαση του αδιεξόδου, με την υπόδειξη της διεξόδου. Σήμερα χρειαζόμαστε παρηγοριά, παράκληση, ελπίδα. Και ο Θεός συνιστά: “παρακαλείτε, παρακαλείτε τον λαόν μου”. Μέσα από την προοπτική της παράκλησης και παρηγοριάς βλέπω τα γεγονότα της Μ. Εβδομάδας και του Πάσχα. Να βλέπης την πόρνη γυναίκα να γίνεται αμέσως σώφρων, αφού αγάπησε τον Χριστό. Να βλέπης τον ληστή, τον εγκληματία, να γίνεται πρώτος πολίτης του Παραδείσου. Να βλέπης τον μαθητή που αρνήθηκε τον Χριστό να γίνεται Πρωτοκορυφαίος Απόστολος. Δεν είναι μεγάλη παρηγοριά;

-Πώς θα παρουσιάζατε εν συντομία τα δρώμενα του θείου δράματος;

Αν διαβάση κανείς το συναξάριο της κάθε ημέρας θα δη αναλυτικά τί εορτάζουμε κάθε ημέρα της Εβδομάδος. Αν μπορούσα να κάνω μια σύντομη ανάλυση, θα έλεγα ότι όλα τα γεγονότα δείχνουν δύο πραγματικότητες - αλήθειες. Η μία την επιθετικότητα και το μίσος του ανθρώπου προς την αλήθεια. Και η άλλη την “επιθετικότητα” της αλήθειας και της αγάπης προς το μίσος. Όπως έλεγε παλαιότερα ο αείμνηστος π. Ιουστίνος Πόποβιτς, ο άνθρωπος καταδίκασε τον Θεό στον θάνατο και ο Θεός “κατεδίκασε” τον άνθρωπο στην αθανασία. Πάντοτε το μίσος και η ανασφαλής επιθετικότητα δείχνει αδυναμία, ενώ η αγάπη και η εκούσια σταύρωση φανερώνει την δύναμη του πνεύματος. Οι άνθρωποι σήμερα βλέπουν παντού εχθρούς και αισθάνονται τον διπλανό τους σαν απειλή για την ύπαρξή τους. Ο Χριστός μας έδειξε ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται απλώς έξω από μάς, αλλά μέσα μας είναι η τραυματισμένη ελευθερία μας που λειτουργεί ως μηδέν και όχι ως αγάπη, καθώς επίσης μας δίδαξε ότι η παρουσία του άλλου δεν είναι απειλή για την ύπαρξή μας, αλλά “προφητικό γεγονός”, αφού ο άλλος είναι ο αδελφός μας, η χαρά μας. Ο Σάτρ έλεγε: “Οι άλλοι είναι η κόλασή μου”. Οι άγιοι, κατά το πρότυπο του Χριστού, αναφωνούν: “Χριστός ανέστη, χαρά μου”.

-Ποιό είναι το μήνυμα που εκπορεύεται από το κενό μνημείο του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο της τηλοψίας;

Ζούμε σε μια εποχή πληροφορίας και πληροφορικής, στην οποία εποχή σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η τηλοψία ή τηλεόραση. Παρά ταύτα όμως ζούμε σε εποχή παραπληροφορίας και παραπληροφόρησης. Μαθαίνουμε πολλά νέα που γίνονται στον κόσμο, αγνοώντας το μεγαλύτερο νέο, την ουσία των πραγμάτων.

Ο Henry David Thoreau, αναφερόμενος στην πληροφόρηση της εποχής του (1854), έλεγε ότι οι εφημερίδες δεν προσφέρουν “τίποτε το νέο”. Υπογράμμιζε ότι αν διαβάση κανείς ένα περιστατικό, μια ληστεία, έναν φόνο κλπ., δεν χρειάζεται να διαβάση άλλο. “Αν γνωρίζετε την γενική αρχή, τί σάς νοιάζουν οι μύριες περιπτώσεις και εφαρμογές της; Για έναν φιλόσοφο όλα τα νέα, όπως λέγονται, είναι κουτσομπολιό, κι αυτοί που τα συντάσσουν και τα διαβάζουν είναι γριές κυρίες την ώρα του τσαγιού”. Ο Walter Benjamin (1938) κάνει λόγο για το ότι η σύγχρονη πληροφορία είναι στην πραγματικότητα “σύντομη ασύνδετη πληροφορία”. Και γράφει χαρακτηριστικά: “Η ιστορία της πληροφορίας δύσκολα μπορεί να γραφή χωριστά από την ιστορία της διαφθοράς του τόπου”. Πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για την σύγχρονη πληροφορική!

Όμως, ο κενός τάφος του Θεανθρώπου προσφέρει την παλαιά αλλά πάντα καινούρια πληροφορία, ότι νικήθηκε ο θάνατος, ότι η πραγματική ζωή ξεπετιέται από τον θάνατο, την κένωση, την θυσία και προσφορά. Μάλλον καλύτερα μπορώ να πω ότι ο κενός τάφος του Χριστού δεν προσφέρει πληροφορία, έστω την καλύτερη, αλλά την ζωή που νικά τον θάνατο.

Η τηλοψία ακόμη μπορεί να λειτουργή με το κτιστό φως και κάνει τον άνθρωπο να γνωρίζη την επιφάνεια, αλλά ο κενός τάφος του Χριστού μας δείχνει το άκτιστο Φώς, που φωτίζει και το σκοτάδι του Άδη και γεμίζει με φως όλη την κτίση. Έτσι, ενώ οι δίαυλοι της πληροφορίας ικανοποιούν τις αισθήσεις, ο κενός τάφος του Χριστού αναπαύει τις πνευματικές αισθήσεις, φανερώνει την ζωή, την πέρα των αισθήσεων.

-Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος κόσμος μπορεί να φθάση στην πραγμάτωση της Αναστάσεως; Ποιο το μήνυμα που θα θέλατε ως Ιεράρχης να αποστείλετε προς τους νέους;

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν το στίγμα του πνεύματος που θέλω να περάσω μέσα από την συνέντευξη αυτή. Εκείνο που θα ήθελα να υπογραμμίσω ιδιαιτέρως είναι ότι υπάρχει μια επανάσταση που γίνεται με το μίσος και τις ενέργειες του θηρίου της Αποκαλύψεως και υπάρχει μια Ανάσταση που γίνεται με την αγάπη και τις ενέργειες του Αρνίου της Αποκαλύψεως. Ο Χριστός με την Ανάστασή Του έκανε την μεγαλύτερη επανάσταση μέσα στην ιστορία. Η κάθε επανάσταση δεν είναι ούτε οδηγεί στην Ανάσταση, αλλά η Ανάσταση εν Χριστώ Ιησού είναι η αληθινή επανάσταση, από την άποψη ότι η λέξη επανάσταση προέρχεται από το ρήμα επανίστημι και δείχνει την επάνοδο του ανθρώπου στο πρωτόκτιστο κάλλος, την επαναφορά του ανθρώπου στην προηγουμένη του δόξα, την ανάστασή του από την πτώση.

Ο Χριστός θυσιάστηκε και αναστήθηκε όχι για να κάνη μερικές θεαματικές ενέργειες για προσωπική του εξύψωση και δόξα, αλλά για να γίνη το φάρμακο για τον άνθρωπο. Όταν βρίσκεται ένα φάρμακο για μια αρρώστια, τότε χαιρόμαστε γιατί ο κάθε άρρωστος μπορεί να ιατρευτή. Έτσι, ο Χριστός με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, έγινε το ισχυρότερο φάρμακο, “τό φάρμακο της αθανασίας”. Όλοι εμείς που κυριαρχούμαστε από τον θάνατο μπορούμε να απαλλαγούμε από την δυναστεία του και να ζήσουμε την Ανάσταση. Αυτό το έζησαν όλοι οι άγιοι, επομένως μπορούμε και εμείς.

Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι το βιβλίο της Αποκαλύψεως δείχνει τις ενέργειες του Αντιχρίστου, αλλά και την δόξα του Χριστού, το χάραγμα του θηρίου, αλλά και το σφράγισμα του Αρνίου, την κακότητα του θηρίου, αλλά και την αγάπη του Αρνίου, τους ανθρώπους του θηρίου, αλλά και τους ανθρώπους του Αρνίου, την καταστροφή της κτίσεως, αλλά και την ανακαίνιση της κτίσεως. Το τέλος της Αποκαλύψεως είναι η θριαμβευτική νίκη του Χριστού πάνω στον Αντίχριστο, ο καινός ουρανός και η καινή γη. Και οι νέοι άνθρωποι μόνο με τον νέο Χριστό, που καινοποιεί τα πάντα και αφθαρτίζει τα πάντα μπορούν να παραμείνουν πάντοτε νέοι, στην ζωή, το φρόνημα και την όλη τους ύπαρξη.
(www.parembasis.gr)


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2015/04/blog-post_59.html#ixzz43Bn0KZMb

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 
 
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 4ο, στίχοι 12 ἕως 17, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 14-1-2007.
 
Πόσο ἁπλό λιτό καί σύντομο ἦταν τό εὐαγγελικό κείμενο πού ἀκούσατε. Ἄν κάποιος τό πλησιάσει γιά νά τό προσεγγίσει ἑρμηνευτικά, ἄλλο τόσο πολυσύνθετο μέν θά τό βρεῖ, ἀλλά ταυτόχρονα καί βαθύτατα ἐκκλησιολογικό καί ἀναφερόμενο στήν πνευματική μας ζωή θά τό καταλάβει πώς εἶναι. Εἶπα πώς τό κείμενο εἶναι πολυσύνθετο, γιατί ἀκουμπάει τά θέματα τῆς ἐκκλησιολογίας μας, δηλαδή πῶς ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, καί ταυτόχρονα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.
Νά τό δοῦμε λοιπόν κάτω ἀπό αὐτήν τήν προοπτική, χωρίς νά ξεχάσουμε τήν ἁπλή του πορεία. Μαθαίνει ὁ Χριστός πώς συνελήφθη ὁ Ἰωάννης, πηγαίνει σέ κάποια ὅρια τῆς Γαλιλαίας, κάπου ὑπάρχουν τά ὅρια τῆς χώρας αὐτῆς, καί ἐκεῖ μᾶς θυμίζει τό κείμενο τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐου γι᾿ αὐτούς πού κάθονται «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου»· καί ὁ Χριστός λέει «μετανοεῖτε». Νά μποῦμε λοιπόν στήν ἔκφραση, προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἐκκλησιολογική καί ταυτόχρονα πνευματική πορεία πού μᾶς χαράσσει αὐτό τό κείμενο.
Προσέξτε, ξεκινᾶ τό κείμενο ἀπό τήν πρόταση τοῦ ὅτι ὁ Χριστός μόλις μαθαίνει ὅτι συνελήφθη ὁ Ἰωάννης ἀλλάζει ἕναν τόπο καί ἐκεῖ πού πάει εἶναι τά ὅρια τῆς Ζαβουλών, καί μάλιστα τή χαρακτηρίζει «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Ἐδῶ ἀλλάζει κάτι. Ὅπως ξέρετε ὅλοι, ὁ Πρόδρομος εἶναι τό μεταίχμιο μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Κάτι ἀλλάζει ἐδῶ, ἦρθε ὁ καινούργιος κόσμος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐκκλησιολογικά εἶναι μιά προετοιμασία τῆς Ἐκκλησίας μας, μιά πολύ βαθιά προετοιμασία, καί αὐτή ἡ προετοιμασία ἀπαιτοῦσε ἕναν κλειστό Ἰσραήλ. Δέν ἦταν ἕτοιμος νά ἀνοιχθεῖ πρός τά ἔξω· ἐξάλλου δέν εἶχε νά κηρύξει καί τήν Ἀνάσταση - γιατί ἐκεῖ πέρα στηρίζεται τό κήρυγμα. Εἶναι λοιπόν μιά προετοιμασία. Ταυτόχρονα καί ἐμεῖς στήν πνευματική μας ζωή, λένε οἱ Πατέρες πού ἑρμηνεύουν τό κείμενο, κάνουμε πολλές φορές μιά τέτοια βαθιά προετοιμασία γιά νά μποροῦμε νά λειτουργήσουμε τό παρακάτω τῆς ζωῆς μας.
Νά λοιπόν, μόλις κλείνει αὐτή ἡ περίοδος προετοιμασίας, ὁ Χριστός μετατίθεται γεωγραφικά καί πηγαίνει στά ὅρια -προσέξτε- στή Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν. Πράγματι ἡ Γαλιλαία τότε ἦταν ἕνας χῶρος, ἄς τό πῶ ἔτσι, «διεθνής» κατά τά μέτρα τῆς σημερινῆς ὁρολογίας, ὅπου γινόταν ἡ ἀναμέτρηση τῶν ἐθνῶν. Σέ αὐτόν τόν χῶρο λοιπόν τῆς Γαλιλαίας τῶν ἐθνῶν ὁ Χριστός ἀρχίζει τήν ἀναμέτρηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ἄλλα τά ἔθνη -κάτι ὁποῖο δέν τό γνώρισε ἡ Συναγωγή· ἦταν χῶρος κλειστός- καί ἀρχίζει τό ἄνοιγμα. Θά τολμοῦσα νά πῶ, ἐκκλησιολογικά, χωρίς αὐτό τό ἄνοιγμα ἡ Ἐκκλησία ἀναιρεῖ τόν ἑαυτό της. Χωρίς αὐτό τό ἄνοιγμα ἡ Ἐκκλησία παύει νά εἶναι Ἐκκλησία. Χωρίς τήν κατανόηση τοῦ ἄλλου, τοῦ ξένου, τῆς Γαλιλαίας τῶν ἐθνῶν, τήν ὁποία σήμερα τή ζοῦμε πάρα πολύ ἔντονα καί πολύ ἐκρηκτικά σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῶν πόλεών μας, ἀναιροῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν πνευματική μας ζωή ταυτόχρονα καί τήν ἐκκλησιολογία μας. Ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, τό σήμερα ὅπως βιώνεται [εἶναι] καί μιά ἐκκλησιολογική ἀπαίτηση καί ταυτόχρονα μιά πνευματική προσωπική ἀπαίτηση. Ἡ κατανόηση τοῦ ἄλλου - καί τοῦ σύνεγγυς, ἀλλά καί τοῦ ξένου, τοῦ ἀλλόκοτου, τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ.
Καί μέσα σ᾿ αὐτή τήν πορεία τοῦ κειμένου, τό κείμενο μᾶς θυμίζει τό τοῦ Ἡσαΐα[Ἡσαΐας, 9:1-2], πού εἶναι βαθιά προφητικό, πού λέει «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει». Προσέξτε, «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει» καί μετά λέει «τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου». Ἀναφέρεται σέ δύο καταστάσεις. Ὑπάρχει ἕνας λαός πού κάθεται στό σκοτάδι. Εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μέν, τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ. Ἄκουσε καί δέν κατάλαβε, ἀλλά εἶναι ὁ λαός. Καί μετά ὑπάρχουν οἱ καθήμενοι «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου», πού εἶναι ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ἀλλά ὅλοι βρίσκονται σέ ἕνα σκοτάδι καί μάλιστα στή σκιά θανάτου ἡ δεύτερη κατηγορία. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός νά κάνει ἕνα ξεκαθάρισμα τῆς καταστάσεως, πώς πρέπει νά καθαρίσει ὁ νοῦς καί ταυτόχρονα νά ξεπεραστεῖ ἡ σκιά τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστός αὐτό τό κάνει, γι᾿ αὐτό σᾶς εἶπα, χωρίς τό κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως δέν ἔχουμε νά ποῦμε τίποτε στόν κόσμο σάν εὐαγγελικό κήρυγμα, σάν ἀποστολή πρός τόν κόσμο, ἀλλά ταυτόχρονα χωρίς τή βαθιά παρέμβαση τή θεραπευτική τῆς θεραπείας τοῦ σκοτισμένου νοός μας. Ἔτσι, τό κείμενο ἐδῶ πέρα παρεμβαίνει μέ τόν Ἡσαΐα καί δηλώνει τί εἶναι αὐτό πού κάνουμε πιά. Μετά ἀπό τό κλείσιμο, τήν προετοιμασία μας, αὐτό τό ἄνοιγμα ποῦ ὁδηγεῖ τά πράγματα; Σέ μιά ταυτόχρονη πορεία ἐκκλησιολογική, ἡ ὁποία δηλώνει ἀνάσταση καί τό ζεῖ ὡς ἀνάσταση τό γεγονός τοῦ Χριστοῦ, καί ταυτόχρονα μιά βαθιά θεραπευτική τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου τοῦ ἐσκοτισμένου λαοῦ, πού ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ.
Καί ὅλη αὐτή ἡ πορεία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀνοίγεται πιά, ἔχει τό ἁπλό, βαθύ ἀλλά καί οὐσιαστικό ἐκρηκτικό κήρυγμα «μετανοεῖτε· ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Αὐτό ἔχουμε νά ποῦμε, καί σάν Ἐκκλησία φυσικά, ἀλλά καί προσωπικά σάν χριστιανοί πού ζοῦμε στόν κόσμο. Βλέπετε ἡ μετάνοια, ἀλλαγή, ὁ νοῦς νά πάει παρακάτω, ἡ μετάθεση τοῦ νοός σέ ἄλλα πράγματα, ἡ βαθιά ἀλλαγή τῆς ζωῆς. Προετοιμάστηκες, κλείστηκες. Ποῦ θά πάει αὐτό; Τί θά δηλώσει; Αὐτό θά εἶναι κάτι ἐκρηκτικό πού θά ἀλλάξει τόν κόσμο; Ἡ μετάνοια καί ταυτόχρονα «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἐμεῖς αὐτό ἔχουμε νά φωνάξουμε στόν κόσμο. Ἡ ζωή μας, ἡ βιοτή μας, τό ἦθος μας, ὁ πολιτισμός μας, οἱ νόμοι μας, ὅλα αὐτά πρέπει νά εἶναι χαραγμένα κάτω ἀπό αὐτό τό μήνυμα. «Μετανοεῖτε» -μιά βαθιά ἀλλαγή, οὐσιαστική ἀλλαγή, νά πάει ὁ νοῦς παρακάτω- καί ταυτόχρονα «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Ἄν αὐτό δέν τό κηρύττουμε μέ τό ἦθος μας, ἄν δέν ἀποκαλύπτουμε ὅτι ὑπάρχει ἐδῶ κάτι ἄλλο. Κάτι τό ὁποῖο οὐσιαστικά τροποποιεῖ τά κύτταρα, τά γονίδια τοῦ κόσμου, τούς δηλώνει κάτι ἄλλο. Ἄν μείνουμε στατικοί στά προηγούμενα, σέ ὁποιαδήποτε στατικότητα εἴχαμε μάθει, σέ ὁποιαδήποτε ἠθικολογία προσκοπική εἴχαμε μάθει καί δέν δηλώσουμε μέ τή ζωή μας αὐτή τή μετάνοια καί αὐτό τό «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἐμεῖς καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, τότε ἀποτύχαμε, τότε αὐτό πού κάνει ὁ Χριστός εἶναι μιά ἱστορία φιλολογική, εἶναι μιά ἱστορία πού δέν μᾶς ἀγγίζει. Οὔτε ἐμᾶς ἀγγίζει, οὔτε τήν κοινωνία μας, ἀλλά οὔτε καί τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις· καί φυσικά δέν πιάνει καθόλου τή Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν. Καί θά γίνεται πιό σκοτισμένη καί πιό βαθιά ἀρρωστημένη ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν.
Τό κείμενο λοιπόν εἶναι συγκλονιστικό πραγματικά, γιατί μᾶς προτείνει μιά εὐθύνη, μᾶς ἀποκαλύπτει μιά εὐθύνη. Ἐρεθίζει τό νοῦ μας καί ξυπνάει πολύ βαθιά πράγματα πού ἔχουμε μέσα μας καί τά ἔχουμε ξεχάσει. Ἡ εὐθύνη μας γιά τή δική μας μέν πνευματική πορεία καί ἡ εὐθύνη ὁλόκληρη τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος αὐτοῦ ὁλόκληρου στό ὁποῖο μετέχουμε σάν κύτταρα, γιά νά ἀποκαλύψουμε αὐτό τό ἐκρηκτικό μέγεθος, πού λέγεται «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Η θέωσις, ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)


ΒΙΒΛΙΑ







Πρόλογος
Η θέωσις, ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου
Η ενανθρώπησις του Θεού αιτία της θεώσεως του ανθρώπου
Η συμβολή της Θεοτόκου στην θέωσι του ανθρώπου
Η Εκκλησία, ο χώρος της θεώσεως του ανθρώπου

Η θέωσις δυνατή διά των ακτίστων ενεργειών του Θεού
Προϋποθέσεις για την θέωσι
α) Η ταπείνωσις
β) Η άσκησις
γ) Τα άγια Μυστήρια και η προσευχή
Εμπειρίες της θεώσεως
Αποτυχία πολλών ανθρώπων να φθάσουν στην θέωσι
α) Η προσήλωσις στις βιοτικές μέριμνες

β) Ο ηθικισμός
γ) Ο ανθρωποκεντρικός ουμανισμός
Συνέπειες της αγωγής της θεώσεως
Συνέπειες της αγωγής που δεν οδηγεί στην θέωσι




Πρόλογος



Είναι πολύ τολμηρό να ομιλεί κάποιος για την θέωση, όταν δεν την έχει γευθεί. Τολμήσαμε όμως τα υπέρ δύναμιν θαρρούντες εις τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Για να μη κρύψουμε από τους Ορθοδόξους Χριστιανούς αδελφούς μας τον ύψιστο και τελικό σκοπό της ζωής μας, για τον οποίο πλασθήκαμε.
Για να γίνει σαφές ότι η μόνη ορθόδοξος ποιμαντική είναι η ποιμαντική της θεώσεως και όχι της κατά τα δυτικά πρότυπα ηθικής τελειοποιήσεως του ανθρώπου χωρίς την χάρη του Θεού.
Για να ποθήσουμε όλοι τα κρείττονα και έτσι να αγωνισθούμε για τα υψηλά και μόνα δυνάμενα να αναπαύσουν κατά βάθος την δίψα της ψυχής για το Απόλυτο, τον Τριαδικό Θεό.
Για να πλημμυρίσουμε από ευγνωμοσύνη προς τον Πλάστη και Δημιουργό μας για το μεγάλο δώρο Του, την κατά Χάριν θέωση μας.
Για να νοιώσουμε το αναντικατάστατο της Αγίας μας Εκκλησίας, ως της μόνης επί γής κοινωνίας θεώσεως.
Για να φανεί το μεγαλείο και η αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως μας, που μόνη αυτή διδάσκει και παρέχει την θέωση στα μέλη της.
Για να παρηγορηθούν οι ψυχές μας που όσο και αν έχουν δηλητηριαστεί και σκοτισθεί από την αμαρτία, λαχταρούν το φως του προσώπου του Χριστού.
Ελεήμων Κύριε, ευδόκησε, εν τη άπειρο αγάπη Σου, να μας αξιώσεις να εισέλθουμε στην οδό της θεώσεως, πριν να απέλθουμε από τον παρόντα πρόσκαιρο κόσμο.
Ελεήμων Κύριε, οδήγησε στην αναζήτηση της θεώσεως του Ορθόδοξους αδελφούς μας, που δεν χαίρονται γιατί αγνοούν το μεγαλείο της κλήσεως των ως "κεκελευσμένων θεών".
Ελεήμων Κύριε, οδήγησε και τα βήματα των ετεροδόξων Χριστιανών στην επίγνωση της Αλήθειας Σου, για να μην μείνουν έξω του Νυμφώνος Σου, στερημένοι της Χάριτος της θεώσεως.
Ελεήμων Κύριε, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου! Αμήν.


Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Αρχιμανδρίτης Γεώργιος.



Σημείωσις: Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασία ομιλιών μου που κατά καιρούς εξεφωνήθησαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος κατόπιν προσκλήσεως υπό των οικείων Σεβασμιότατων Μητροπολιτών.
Έτσι κατανοείται το ύφος του πονήματος που περιέχει απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα των ομιλιών.
Σημειωτέον ότι το θέμα αυτό ανέπτυξα, όπου για πρώτη φορά ομιλούσα, θεωρώντας αυτό πρωταρχικό για την πνευματική ζωή.



~~~~~~


Η θέωσις, ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου

Το θέμα του προορισμού της ζωής μας είναι πολύ σοβαρό, διότι αφορά το σπουδαιότερο ζήτημα για τον άνθρωπο: Για ποιο σκοπό ευρισκόμαστε πάνω στην γη. Αν ο άνθρωπος τοποθετηθεί σωστά στο θέμα αυτό, αν εύρη τον πραγματικό του προορισμό, τότε μπορεί να τοποθετηθεί σωστά και στα επί μέρους και καθημερινά ζητήματα της ζωής του, όπως είναι οι σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, οι σπουδές του, το επάγγελμα, ο γάμος, η απόκτησις και ανατροφή των παιδιών. Αν όμως δεν τοποθετηθεί σωστά σ' αυτό το βασικό θέμα, τότε θα αποτύχει και στους επί μέρους σκοπούς της ζωής. Διότι τι νόημα μπορούν να έχουν οι επί μέρους σκοποί, όταν στο σύνολο της η ανθρώπινη ζωή δεν έχει νόημα;
Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής δηλώνεται ο σκοπός της ζωής μας, όταν ο ιερός συγγραφεύς μας λέγει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν" Του. Διαπιστώνουμε έτσι την μεγάλη αγάπη που έχει ο εν Τριάδι Θεός για τον άνθρωπο. Δεν τον θέλει απλώς ένα ον με κάποια χαρίσματα, κάποια προσόντα, κάποια ανωτερότητα από την υπόλοιπη κτίση, αλλά τον θέλει θεό κατά Χάριν.
Ο άνθρωπος φαίνεται εξωτερικά ότι είναι μια βιολογική απλώς ύπαρξη όπως τα άλλα έμβια όντα, τα ζώα. Είναι βέβαια ζώον, αλλά "ζώον... τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον", όπως χαρακτηριστικά λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Λόγος εις τα Θεοφάνια, MPG 36, 324, 13). Είναι το μόνο ον που ξεχωρίζει απ' όλη την δημιουργία, το μόνο που μπορεί να γίνει θεός.
Το "κατ' εικόνα" σημαίνει τα χαρίσματα που έδωσε ο Θεός μόνο στον άνθρωπο, ξεχωριστά απ' όλα τα πλάσματα Του, ώστε να αποτελεί εικόνα του Θεού. Αυτά τα χαρίσματα είναι : Ο λογικός νους, η συνείδηση, το αυτεξούσιο, δηλαδή η ελευθερία, η δημιουργικότητα, ο έρως και ο πόθος του απολύτου και του Θεού, η προσωπική αυτοσυνειδησία και ότι άλλο κάνει τον άνθρωπο να είναι υπεράνω όλης της λοιπής δημιουργίας των εμβίων όντων και τον κάνει να είναι άνθρωπος και προσωπικότης. Ότι δηλαδή κάνει τον άνθρωπο πρόσωπο αυτά είναι τα χαρίσματα του "κατ' εικόνα".
Έχοντας το "κατ' εικόνα" καλείται ο άνθρωπος να αποκτήσει το "καθ' ομοίωσιν", δηλαδή την θέωση. Ο Δημιουργός, Θεός κατα φύσιν, καλεί τον άνθρωπο να γίνει θεός κατά Χάριν.
Εδόθησαν λοιπόν από τον Θεό τα χαρίσματα του "κατ' εικόνα" στον άνθρωπο για να φθάσει πολύ υψηλά, να πετύχει με αυτά την ομοίωση του με το Θεό και Πλάστη του, να έχει μια όχι εξωτερική, ηθική σχέση μαζί Του, αλλά μια προσωπική ένωση με τον Δημιουργό του.
Είναι ίσως πολύ τολμηρό ακόμη και να λέμε και να σκεπτόμαστε, ότι σκοπός της ζωής μας είναι θεοί κατα Χάριν. Όμως η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν μας το απέκρυψαν.
Υπάρχει δυστυχώς άγνοια στους ανθρώπους εκτός της Εκκλησίας, αλλά και σε πολλούς μέσα στην Εκκλησία. Διότι νομίζουν ότι σκοπός της ζωής μας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς η ηθική βελτίωση μας, το να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Ενώ το Ευαγγέλιο, από την Παράδοση της Εκκλησίας και από τους αγίους Πατέρες, μας παραδίδεται ότι σκοπός της ζωής μας δεν είναι αυτό. Το να γίνει δηλαδή ο άνθρωπος μόνο καλύτερος απ' ότι είναι, ηθικώτερος, δικαιότερος, εγκρατέστερος, προσεκτικότερος. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν, αλλά δεν είναι ο μεγάλος σκοπός, ο τελικός σκοπός, για τον οποίο ο Πλάστης και Δημιουργός μας έπλασε τον άνθρωπο. Ποιος είναι αυτός ο σκοπός; Η θέωσις. Το να ενωθεί ο άνθρωπος με τον Θεό, όχι με ένα εξωτερικό ή συναισθηματικό τρόπο, αλλά οντολογικά, πραγματικά.
Τόσο υψηλά τοποθετεί η ορθόδοξος ανθρωπολογία τον άνθρωπο. Αν συγκρίνουμε τις ανθρωπολογίες όλων των φιλοσοφικών, κοινωνικών, ψυχολογικών συστημάτων με την ορθόδοξη ανθρωπολογία, θα διαπιστώσουμε πολύ εύκολα πόσο πτωχές είναι, πόσο δεν ανταποκρίνονται στον μεγάλο πόθο του ανθρώπου για κάτι πολύ μεγάλο κι αληθινό στην ζωή του.
Επειδή ο άνθρωπος είναι "κεκελευσμένος θεός", έχει δηλαδή πλασθεί για να γίνει θεός, αν δεν ευρίσκεται στην πορεία της θεώσεως, αισθάνεται ένα κενό μέσα του, ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Δεν χαίρεται, ακόμη κι όταν προσπαθεί να καλύψει το κενό με άλλες δραστηριότητες. Μπορεί να ναρκώνει τον εαυτό του, να κατασκευάζει ένα κόσμο φανταχτερό αλλά ταυτόχρονα πτωχό, μικρό, περιορισμένο, και να εγκλωβίζεται, να φυλακίζεται μέσα σ' αυτόν κι ο ίδιος. Μπορεί να οργανώνει έτσι την ζωή του, ώστε να μη μένει ποτέ σχεδόν ήσυχος, μόνος με τον εαυτό του. Μπορεί με τους θορύβους, την ένταση, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, την συνεχή πληροφόρηση για οτιδήποτε, να προσπαθεί σαν με ναρκωτικά να ξεχάσει, να μην σκέφτεται, να μην ανησυχεί, να μη θυμάται ότι δεν πορεύεται σωστά, ότι έχει ξεστρατίσει από τον σκοπό του.
Τελικά όμως δεν αναπαύεται ο ταλαίπωρος σύγχρονος άνθρωπος, έως ότου εύρη αυτό το κάτι άλλο, το ανώτερο που υπάρχει πράγματι στην ζωή του, το αληθινά όμορφο και δημιουργικό.
Μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί με τον Θεό; Μπορεί να κοινωνήσει μαζί Του; Μπορεί να γίνει θεός κατα Χάριν.


Η ενανθρώπησις του Θεού αιτία της θεώσεως του ανθρώπου

Λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να κάνει τον άνθρωπο θεό. Δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να πετύχει την θέωση αν ο θεός δεν είχε σαρκωθεί.
Στους προ Χριστού χρόνους ανεφάνησαν πολλοί σοφοί και ενάρετοι άνθρωποι. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φθάσει σε αρκετά υψηλά μέτρα φιλοσοφίας περί του αγαθού και περί του Θεού. Η φιλοσοφία τους μάλιστα περιείχε σπέρματα αληθείας, τον λεγόμενο "σπερματικό λόγο". Ήσαν άλλωστε πολύ θρησκευτικοί άνθρωποι, δεν ήσαν καθόλου άθεοι, όπως προσπαθούν να τους παρουσιάσουν μερικοί σύγχρονοι που δεν γνωρίζουν καλά τα πράγματα. Δεν γνώριζαν βεβαίως τον αληθινό Θεό, ήσαν ειδωλολάτρες, όμως ήσαν πολύ ευλαβείς, θεοφοβούμενοι. Γι' αυτό όσοι παιδαγωγοί, δάσκαλοι ή πολιτικοί και πολιτειακοί άρχοντες, ασυνεπείς προς τις μνήμες του γένους των Ελλήνων επιχειρούν να βγάλουν από την ψυχή του ευσεβούς λαού μας την πίστη του προς τον Θεό, χωρίς μάλιστα και την συγκατάθεση του, αυτοί αποτολμούν μίαν "ύβριν", με την αρχαία σημασία της λέξεως. Αποτολμούν ουσιαστικά τον αφελληνισμό του, αφού η Παράδοση των Ελλήνων, της αρχαίας μεταγενέστερης και νεωτέρας ιστορίας μας, είναι Παράδοσις ευλάβειας και σεβασμού προς τον Θεό, πάνω στην οποία βασίσθηκε και βασίζεται όλη η παγκόσμιος πολιτιστική προσφορά του ελληνισμού.
Στην φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων διακρίνεται μία νοσταλγία για τον άγνωστο Θεό, για την εμπειρία του Θεού. Ήσαν πιστοί, ευλαβείς, αλλά δεν είχαν την σωστή, ολοκληρωμένη γνώση του Θεού, έλειπε η κοινωνία του Θεού. Δεν ήταν δυνατή η θέωσις.
Στην Παλαιά Διαθήκη επίσης έχουμε δίκαιους και ενάρετους ανθρώπους. Όμως η πλήρης ένωση με τον Θεό, η θέωσις, γίνεται δυνατή, κατορθωτή, με την σάρκωση του Θεού Λόγου.
Αυτός είναι και ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού. Αν σκοπός της ζωής του ανθρώπου ήταν να γίνει απλώς ηθικά καλύτερος, δεν θα ήταν ανάγκη να έλθει στον κόσμο ο Χριστός, να γίνει όλη αυτή η ιστορία της θείας Οικονομίας, της σαρκώσεως του Θεού, ο σταυρός, ο θάνατος, η ανάστασις του Κυρίου, όλα όσα πιστεύουμε οι Χριστιανοί ότι έγιναν δια του Χριστού. Διότι και με τους Προφήτες, με τους φιλοσόφους, με τους δίκαιους ανθρώπους και διδασκάλους θα μπορούσε να διδαχθεί το ανθρώπινο γένος να γίνεται ηθικά καλύτερο.
Γνωρίζουμε ότι ο Αδάμ και η Εύα παρασύρθηκαν από τον διάβολο και θέλησαν να γίνουν θεοί, όχι όμως συνεργαζόμενοι με τον Θεό, όχι με ταπείνωση, με υπακοή, με αγάπη, αλλά βασιζόμενοι στην δική τους δύναμη, στο δικό τους θέλημα, εγωιστικά και αυτόνομα. Η ουσία δηλαδή της πτώσεως είναι ο εγωισμός. Έτσι υιοθετώντας τον εγωισμό και την αυτάρκεια χωρίστηκαν από τον Θεό, και αντί να πετύχουν των θέωση, πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο: Τον πνευματικό θάνατο.
Όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Θεός είναι ζωή. Όποιος λοιπόν χωρίζεται από τον Θεό, χωρίζεται από την ζωή. Άρα ο θάνατος και η πνευματική νέκρωση, ο φυσικός δηλαδή και ο πνευματικός θάνατος, ήταν το αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων.
Γνωρίζουμε όλοι τις συνέπειες της πτώσεως. Ο χωρισμός από τον Θεό έρριψε τον άνθρωπο στην σαρκική, κτηνώδη και δαιμονιώδη ζωή. Το λαμπρό δημιούργημα του Θεού έπεσε βαριά άρρωστο, σχεδόν νεκρό. Το "κατ' εικόνα" αμαυρώθηκε. Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν έχει τις προϋποθέσεις, που είχε πριν να αμαρτήσει, για να προχωρήσει στη θέωση. Σ' αυτήν την κατάσταση της βαριάς ασθένειας, σχεδόν νεκρός, δεν μπορεί πλέον να επαναπροσανατολισθεί προς τον Θεό. Χρειάζεται μια νέα ρίζα στην ανθρωπότητα. Χρειάζεται ένας νέος άνθρωπος, ο οποίος θα είναι υγιής και θα μπορεί να προσανατολίσει πάλι την ελευθερία του ανθρώπου προς τον Θεό.
Αυτή η νέα ρίζα, ο νέος άνθρωπος, είναι ο Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, που σαρκώνεται για να πολεμήσει την νέα ρίζα, την νέα απαρχή, το νέο φύραμα της ανθρωπότητας.
Με την σάρκωση του Λόγου, όπως θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, πραγματοποιείται μία δεύτερα κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Η πρώτη κοινωνία ήταν αυτή στον Παράδεισο. Αυτή όμως διασπάσθηκε. Χωρίστηκε ο άνθρωπος από τον Θεό. Ο πανάγαθος Θεός οικονόμησε τώρα μια άλλη, δευτέρα κοινωνία, ένωση δηλαδή Θεού και ανθρώπων, που να μην μπορεί πλέον να διασπαθή. Διότι αυτή η δευτέρα κοινωνία Θεού και ανθρώπων γίνεται στο πρόσωπο του Χριστού.
Ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός, έχει δύο τέλειες φύσεις: Την θεία και την ανθρώπινη. Οι δύο αυτές τέλειες φύσεις ενώνονται "ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως", στο ένα πρόσωπο του Χριστού, κατά τον περίφημο όρο της Αγίας Δ' Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος, που εν συνόψει αποτελεί την εν Πνεύματι Αγίω θεολογική πανοπλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά των παντός είδους Χριστολογικών αιρέσεων όλων των αιώνων. Έτσι έχουμε ένα Χριστό με δύο φύσεις: την θεία και την ανθρώπινη.
Τώρα πλέον η ανθρώπινη φύση δια της υποστατικής ενώσεως των δυο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού είναι τελεσίδικα ενωμένη με την θεία φύση. Διότι ο Χριστός είναι αιωνίως Θεάνθρωπος. Ως Θεάνθρωπος ανελήφθη στον ουρανό. ως Θεάνθρωπος κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Ως Θεάνθρωπος θα έλθει να κρίνει τον κόσμο στην δευτέρα Παρουσία Άρα λοιπόν η ανθρώπινη φύση είναι τώρα ενθρονισμένη στους κόλπους της Αγίας Τριάδος. Δεν μπορεί πλέον τίποτε να χωρίσει την ανθρώπινη φύση από τον Θεό. Γι' αυτό τώρα μετά την ενανθρώπηση του Κυρίου, - όσο κι αν ως άνθρωποι αμαρτάνουμε, όσο και αν αποσπασθούμε από τον Θεό -, αν θέλουμε εν μετάνοια να ενωθούμε πάλι με τον Θεό, μπορούμε να το πετύχουμε. Μπορούμε να ενωθούμε μαζί Του, να γίνουμε θεοί κατά Χάριν.


Η συμβολή της Θεοτόκου στην θέωσι του ανθρώπου

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας δίδει αυτήν την δυνατότητα, να ενωθούμε με τον Θεό και να επανέλθουμε στον πρωταρχικό σκοπό που είχε τάξει ο Θεός για τον άνθρωπο. Γι' αυτό αναγγέλλεται από την Αγία Γραφή ως η οδός, η θύρα, ο ποιμήν ο καλός, η ζωή, η ανάσταση, το φως. Είναι ο νέος Αδάμ, ο οποίος διορθώνει το λάθος του πρώτου Αδάμ. Ο πρώτος Αδάμ μας χώρισε από τον Θεό με την ανυπακοή του και τον εγωισμό του. Ο δεύτερος Αδάμ, ο Χριστός, μας επαναφέρει πάλι στον Θεό με την αγάπη Του και την υπακοή Του προς τον Πατέρα, υπακοή μέχρι θανάτου, "θανάτου δε σταυρού". Προσανατολίζει πάλι την ελευθερία μας προς τον Θεό, έτσι ώστε προσφέροντας την σ' Αυτόν να ενωνόμαστε μαζί Του.
Το έργο όμως του νέου Αδάμ προϋποθέτει το έργο της νέας Εύας, της Παναγίας, η οποία και αυτή διόρθωσε το λάθος της παλαιά Εύας. Η Εύα ώθησε τον Αδάμ στην παρακοή. Η νέα Εύα, η Παναγία, συντελεί στο να σαρκωθεί ο νέος Αδάμ, ο οποίος θα οδηγήσει το ανθρώπινο γένος στην υπακοή του Θεού. Γι' αυτό η Κυρία Θεοτόκος, ως και το πρώτο ανθρώπινο πρόσωπο που επέτυχε την θέωση - κατ' εξαίρετο και ανεπανάληπτο μάλιστα τρόπο -, διαδραμάτισε στο έργο της σωτηρίας μας όχι απλώς βασικό ρόλο, αλλά αναγκαίο και αναντικατάστατο.
Εάν η Παναγία δεν είχε προσφέρει με την υπακοή της την Ελευθερία της στον Θεό και, κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, τον μεγάλο θεολόγο του ΙΔ' αιώνος, δεν είχε πει το "ναι" στον Θεό, δεν θα μπορούσε να σαρκωθεί ο Θεός. Διότι ο Θεός που έδωσε την ελευθερία στον άνθρωπο δεν θα μπορούσε να την παραβιάσει. Δεν θα μπορούσε να σαρκωθεί, εάν δεν ευρίσκετο μια τέτοια αγνή, παναγία, ακηλίδωτη ψυχή σαν την Θεοτόκο, η οποία θα προσέφερε ολοκληρωτικά την ελευθερία της, την θέληση της, τον εαυτό της όλο στον Θεό, ώστε να Τον ελκύσει προς τον εαυτό της και προς ημάς.
Οφείλουμε πολλά στην Παναγία μας. Γι' αυτό η Εκκλησία τιμά και ευλαβείται τόσο πολύ την Θεοτόκο. Γι' αυτό ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, συνοψίζοντας την Πατερική θεολογία, λέγει ότι η Παναγία μας έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ότι είναι θεός μετά τον Θεόν, μεθόριο μεταξύ κτιστού και άκτιστου. "Προΐσταται των σωζόμενων", κατ' άλλη ωραία έκφραση θεολόγου της Εκκλησίας μας. Ο δε άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο νεώτερος αυτός απλανής φωστήρ και διδάσκαλος της Εκκλησίας, αναφέρει ότι και αυτά τα αγγελικά τάγματα φωτίζονται από το φως που λαμβάνουν από την Παναγία.
Γι' αυτό και από την Εκκλησία μας εγκωμιάζεται ως "τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ".
Η σάρκωσις του Λόγου και η θέωσις του ανθρώπου είναι το μέγα μυστήριο της Πίστεως και Θεολογίας μας.
Αυτό ζει κάθε ημέρα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας με τα μυστήριά της, την υμνολογία της, τις εικόνες της, με όλη την ζωή της. Ακόμη και η αρχιτεκτονική ενός Ορθόδοξου Ναού αυτό μαρτυρεί. Ο τρούλος των εκκλησιών, πάνω στο οποίο είναι ζωγραφισμένος ο Παντοκράτωρ, συμβολίζει την κάθοδο του Ουρανού στην γη. Ότι ο Κύριος "έκλινεν ουρανούς και κατέβη". Ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος "και εσκήνωσεν εν ημίν", όπως γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιω. α' 14).
Επειδή δε έγινε άνθρωπος διά της Θεοτόκου, εικονίζουμε την Θεοτόκο την κόγχη του ιερού, για να δείξουμε ότι δι' αυτής ο Θεός έρχεται στην γη και στους ανθρώπους. Αυτή είναι "η γέφυρα δι' ης κατέβη ο Θεός" και πάλι "η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν", η Πλατυτέρα των ουρανών, η χώρα του αχωρήτου, που εχώρησε μέσα της τον αχώρητο Θεό για την σωτηρία μας.
Στην συνέχεια δείχνει η Εκκλησία μας τους θεωμένους ανθρώπους. Αυτούς που έγιναν θεοί κατα Χάριν, επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Γι' αυτό στις Ορθόδοξες Εκκλησίες μας μπορούμε και εικονίζουμε όχι μόνο τον σαρκωθέντα Θεό, τον Χριστό, και την άχραντο Μητέρα Του, την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και τους Αγίους, γύρω και κάτω από τον Παντοκράτορα. Σ' όλους τους τοίχους του Ναού ζωγραφίζουμε τα αποτελέσματα της σαρκώσεως του Θεού: Τους αγίους και θεωμένους ανθρώπους.
Άρα εισερχόμενοι μέσα σε ένα ορθόδοξο Ναό και βλέποντας την ωραία αγιογράφηση, αμέσως λαμβάνουμε μία εμπειρία: Μαθαίνουμε ποιο είναι το έργο του Θεού για τον άνθρωπο, ποιος είναι ο σκοπός της ζωή μας.
Όλα στην Εκκλησία ομιλούν για την ενανθρώπηση του Θεού και την θέωση του ανθρώπου.


Η Εκκλησία, ο χώρος της θεώσεως του ανθρώπου

Όσοι θέλουν να ενωθούν με τον Χριστό και διά του Ιησού Χριστού με τον Θεό Πατέρα γνωρίζουν ότι αυτή η ένωσις γίνεται στο σώμα του Χριστού, που είναι η αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Ένωσις όχι βέβαια με την Θεία ουσία, αλλά με την θεωμένη ανθρώπινη φύσι του Χριστού. Η ένωσις όμως αυτή με τον Χριστό δεν είναι εξωτερική, ούτε απλώς ηθική.
Δεν είμαστε οπαδοί του Χριστού, όπως ίσως οι άνθρωποι είναι οπαδοί ενός φιλόσοφου ή ενός διδασκάλου. Είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού, το πραγματικό και όχι το ηθικό, όπως λανθασμένα έγραψαν μερικοί θεολόγοι μη εμβαθύνοντας στο πνεύμα της αγία Εκκλησίας. Ο Χριστός μας παίρνει, τους Χριστιανούς, παρά την αναξιότητα και την αμαρτωλότητα μας, και μας ενσωματώνει στο σώμα Του. Μας κάνει μέλη Του. Και γινόμαστε πραγματικά μέλη του σώματος του Χριστού, όχι ηθικά. Όπως λέγει ο απόστολος Παύλος: "μέλη έσμεν του σώματος αυτού, εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού" ('Εφεσ. ε', 30).
Βεβαίως ανάλογα με την πνευματική κατάσταση που έχουν οι Χριστιανοί, άλλοτε είναι ζωντανά μέλη του σώματος του Χριστού και άλλοτε νεκρά. Αλλά και νεκρά δεν παύουν να είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Ένας π.χ. που είναι βαπτισμένος, έχει γίνει μέλος του σώματος του Χριστού. Αν δεν εξομολογείται, δεν κοινωνεί, δεν ζει πνευματική ζωή, είναι νεκρό μέλος του σώματος του Χριστού. Όταν όμως μετανοήσει, αμέσως δέχεται την θεία ζωή. Αυτή τον διαποτίζει και γίνεται ζωντανό μέλος του σώματος του Χριστού. Αυτός δεν χρειάζεται να αναβαπτιστεί. Ο αβάπτιστος όμως δεν είναι μέλος του σώματος του Χριστού, ακόμη και αν ζει ηθική κατ' άνθρωπον ζωή. Χρειάζεται να βαπτιστεί, για να γίνει μέλος του σώματος του Χριστού, για να ενσωματωθεί στον Χριστό.
Επειδή λοιπόν είμεθα μέλη του σώματος του Χριστού, προσφέρεται η ζωή του Χριστού και γίνεται δική μας ζωή. Και έτσι ζωοποιούμαστε και σωζόμαστε και θεωνόμαστε. Δεν θα μπορούσαμε να θεωθούμε, αν ο Χριστός δεν μας έκανε μέλη του αγίου σώματος Του.
Δεν θα μπορούσαμε να σωθούμε, εάν δεν υπήρχαν τα άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας, τα οποία μας συσσωματώνουν με τον Χριστό και μας κάνουν, κατά τους αγίους Πατέρες, σύσσωμους και όμαιμους Χριστού. Να είμαστε δηλαδή ένα σώμα και ένα αίμα με τον Χριστό.
Τι μεγάλη ευλογία, να κοινωνούμε τα άχραντα Μυστήρια! Ο Χριστός γίνεται δικός μας, η ζωή του Χριστού γίνεται δική μας, το αίμα Του γίνεται αίμα μας. Γι' αυτό το λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ότι ο Θεός δεν έχει να δώσει τίποτε περισσότερο απ' αυτό που του δίδει στην θεία Κοινωνία. Ούτε ο άνθρωπος μπορεί να ζητήσει από τον Θεό τίποτε περισσότερο απ' αυτό που λαμβάνει από τον Χριστό στην θεία Κοινωνία.
Έτσι λοιπόν βαπτισμένοι, χρισμένοι, εξομολογούμενοι, κοινωνούμε το Σώμα και Αίμα του Κυρίου και γινόμαστε και εμείς θεοί κατα Χάριν, ενωνόμαστε με τον Θεό, δεν είμαστε πλέον ξένοι, αλλά οικείοι Του.
Μέσα στην Εκκλησία, στην οποία ενωνόμαστε με τον Θεό, ζούμε αυτή την νέα πραγματικότητα που έφερε ο Χριστός στον κόσμο: την καινή κτήση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, του Χριστού, που γίνεται και δική μας ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
Όλα μέσα στην Εκκλησία οδηγούν στην θέωση. Η θεία Λειτουργία, τα Μυστήρια, η θεία Λατρεία, το κήρυγμα του Ευαγγελίου, η νηστεία, όλα εκεί οδηγούν. Η Εκκλησία είναι ο μοναδικός χώρος της θεώσεως.
Η Εκκλησία δεν είναι ένα κοινωνικό, πολιτιστικό ή ιστορικό ίδρυμα που μπορεί να ομοιάζει με άλλα ιδρύματα στον κόσμο. Δεν είναι όπως οι διάφοροι θεσμοί του κόσμου. Ο κόσμος ίσως έχει ωραίους θεσμούς, ωραίες οργανώσεις, ωραία ιδρύματα, και άλλα πράγματα. Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας όμως είναι ο ανεπανάληπτος, μοναδικός χώρος της κοινωνίας του Θεού με τον άνθρωπο, της θεώσεως του ανθρώπου. Μόνο μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος μπορεί να γίνει θεός, πουθενά αλλού. Ούτε στα Πανεπιστήμια, ούτε στα ιδρύματα κοινωνικών υπηρεσιών, ούτε σε οτιδήποτε άλλο ωραίο και καλό έχει ο κόσμος. Όλα αυτά, όσο καλά και αν είναι, όμως δεν μπορούν να προσφέρουν αυτό που προσφέρει η Εκκλησία.
Γι' αυτό όσο και αν προοδεύσουν οι κοσμικοί θεσμοί και τα συστήματα, δεν μπορούν ποτέ να αντικαταστήσουν την Εκκλησία.
Είναι δυνατόν, εμείς οι αδύνατοι και αμαρτωλοί άνθρωποι, να περνούμε κρίσεις και δυσκολίες κατά καιρούς, μέσα στην Εκκλησία. Είναι δυνατόν να συμβαίνουν και σκάνδαλα μέσα στου κόλπους της Εκκλησίας. Και αυτά γίνονται, διότι στην Εκκλησία είμαστε σε πορεία προς την θέωση και είναι πολύ φυσικό να υπάρχουν οι ανθρώπινες αδυναμίες. Γινόμαστε, αλλά δεν είμαστε θεοί. Όσο όμως και να συμβαίνουν αυτά, εμείς ποτέ δεν θα φύγουμε από την Εκκλησία, διότι στην Εκκλησία έχουμε την μοναδική δυνατότητα να ενωθούμε με τον Θεό.
Όταν π.χ. πηγαίνουμε στον Ναό για να εκκλησιασθούμε, και συναντούμε εκεί ίσως μερικούς που δεν προσέχουν στη ιερά ακολουθία και συζητούν μάλιστα μεταξύ τους, έτσι ώστε και να αποσπούν προς στιγμήν την προσοχή μας απ' αυτή, έρχεται ένας, εύλογος τάχα, λογισμός που μας λέγει: - "Τι κερδίζεις τελικά που έρχεσαι στην Εκκλησία; Δεν κάθεσαι καλύτερα στο σπίτι σου, όπου θα έχεις και περισσότερη ησυχία και άνεση για να κάνεις προσευχή;".

Εμείς όμως πρέπει με σύνεση να αντιλέξουμε στον πονηρό αυτόν λογισμό:
- "Ναι μεν, θα έχω ίσως περισσότερη εξωτερική ησυχία στο σπίτι μου, αλλά δεν θα έχω την Χάρι του Θεού, να με θεώνει και να με αγιάζει. Δεν θα έχω τον Χριστό, ο Οποίος είναι παρών στην Εκκλησία Του. Δεν θα έχω το άγιο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του, που ευρίσκονται στον ιερό Ναό Του, επάνω στην αγία Τράπεζα. Δεν θα συμμετέχω στον μυστικό Δείπνο της θείας Λειτουργίας. Θα είμαι αποκομμένος από τους εν Χριστώ αδελφούς μου, με τους οποίους μαζί συναποτελούμαι το σώμα του Χριστού".
Έτσι λοιπόν ότι κι αν συμβεί, εμείς δεν θα φύγουμε από την Εκκλησία, διότι σ' αυτήν μόνο ευρίσκουμε τον δρόμο της θεώσεως.


Η θέωσις δυνατή διά των ακτίστων ενεργειών του Θεού

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού μπορεί ο άνθρωπος να πετύχει την θέωση, επειδή η Χάρις του Θεού, σύμφωνα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, είναι άκτιστος. Ο Θεός δεν είναι μόνο ουσία, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, αλλά είναι και ενέργεια. Εάν ο Θεός ήταν μόνο ουσία, δεν θα μπορούσαμε να ενωθούμε, να κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι η ουσία του Θεού είναι φοβερή και απρόσιτη στον άνθρωπο, κατά το "ου γάρ μή ιδή άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται" (Εξ. λγ', 20).
Ας αναφέρουμε ένα κάπως σχετικό παράδειγμα από τα ανθρώπινα. Αν πιάσουμε ένα ηλεκτρικό καλώδιο γυμνό, θα πεθάνουμε. Όταν όμως ενώσουμε μια λάμπα στο καλώδιο, φωτιζόμαστε. Την ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος την βλέπουμε, την χαιρόμαστε, μας βοηθεί. Την ουσία του δεν μπορούμε να την πιάσουμε. Κάτι παρόμοιο, ας μας επιτραπεί να πούμε, συμβαίνει και με την άκτιστο ενέργεια του Θεού.
Εάν θα μπορούσαμε να ενωθούμε με την ουσία του Θεού, θα γινόμασταν και εμείς κατ' ουσίαν θεοί. Δηλαδή, όλα θα γινόντουσαν θεοί, θα υπήρχε μια σύγχυσις, και τίποτε δεν θα ήταν ουσιαστικά θεός. Ότι πιστεύουν με λίγα λόγια στις ανατολικές θρησκείες, π.χ. στον Ινδουισμό, όπου ο θεός δεν είναι προσωπική ύπαρξις, αλλά συγκεχυμένη δύναμις σκορπισμένη σ' όλον τον κόσμο, και στους ανθρώπους και στα ζώα και στα πράγματα (Πανθεϊσμός).
Εάν πάλι ο Θεός είχε μόνο την αμέθεκτη θεία ουσία χωρίς τις ενέργειες Του, θα παρέμενε ένας θεός αυτάρκης, κλεισμένος στον εαυτό του, ακοινώνητος στα πλάσματα του.
Ο Θεός, κατά την ορθόδοξο θεολογική θεώρηση είναι Μονάς εν Τριάδι και Τριάς εν Μονάδι. Όπως λέγουν χαρακτηριστικά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και άλλοι άγιοι Πατέρες, ο Θεός εμφορείται από μία αγία αγάπη, ένα άγιο έρωτα για τα πλάσματα Του. Από αυτήν την άπειρη και εκστατική αγάπη Του εξέρχεται από τον Εαυτό του και ζητεί να ενωθεί μαζί τους. Τούτο εκφράζεται και πραγματοποιείται με την ενέργεια του, ή καλύτερα με τις ενέργειες Του.
Με τις άκτιστες αυτές ενέργειες Του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και συνεχίζει να τον συντηρεί. Δίδει ουσία και υπόσταση στον κόσμο μας με τις ουσιοποιητικές ενέργειες Του. Είναι παρών στην φύση και συντηρεί το σύμπαν με τις συντηρητικές ενέργειες Του. Φωτίζει τον άνθρωπο με τις φωτιστικές του ενέργειες. Τον αγιάζει με τις αγιαστικές ενέργειες. Τον θεώνει, τέλος με τις θεοτικές ενέργειες του. Άρα με τις άκτιστες ενέργειες Του ο άγιος Θεός μπαίνει στην φύση, στον κόσμο, στην ιστορία, στη ζωή των ανθρώπων.
Οι ενέργειες του Θεού είναι θείες ενέργειες. Είναι κι αυτές Θεός χωρίς να είναι η ουσία Του. Είναι Θεός και γι' αυτό θεώνουν τον άνθρωπο. Εάν οι ενέργειες του Θεού δεν ήσαν θείες, άκτιστες ενέργειες, τότε δεν θα ήσαν Θεός, δεν θα μπορούσαν να μας θεώσουν, να μας ενώσουν με τον Θεό. Θα υπήρχε μια αγεφύρωτη απόσταση μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Με το να έχει όμως ο Θεός θείες ενέργειες και με τις ενέργειες αυτές να ενώνεται μαζί μας, μπορούμε να κοινωνούμε μαζί του και να ενωνόμαστε με την Χάρι του, χωρίς να ταυτιζόμαστε με τον Θεό, όπως θα γινόταν αν ενωνόμασταν με την ουσία Του.
Ενωνόμαστε λοιπόν με τον Θεό διά των άκτιστων θείων ενεργειών του κι όχι διά της φύσεως Του. Αυτό είναι το μυστήριο της Ορθοδόξου Πίστεως και ζωής μας.
Αυτό δεν μπορούν να το δεχθούν οι Δυτικοί αιρετικοί. Επειδή είναι ορθολογιστές, δεν κάνουν διάκριση μεταξύ ουσίας και ενέργειας του Θεού, και λέγουν ότι ο Θεός είναι μόνο ουσία. Γι' αυτό και δεν μπορούν να ομιλούν περί θεώσεως του ανθρώπου. Διότι πως θα θεωθεί κατ' αυτούς ο άνθρωπος, αφού δεν δέχονται άκτιστες αλλά κτιστές τις θείες ενέργειες; Και πώς μπορεί κάτι κτιστό, δηλαδή έξω από τον ίδιο τον Θεό, να θεώσει τον κτιστό άνθρωπο;
Για να μη πέσουν στον πανθεϊσμό δεν ομιλούν καθόλου για θέωση. Και ποίος τότε απομένει κατ' αυτούς ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου; Απλώς μια ηθική καλυτέρευσις. Αφού δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωθεί με την θεία Χάρι, τις θείες ενέργειες, τι σκοπό έχει η ζωή του; Απλώς να γίνη ηθικά καλύτερος. Αλλά η ηθική τελειοποίηση είναι πολύ λίγο για τον άνθρωπο. Δεν μας αρκεί να γίνουμε απλώς καλύτεροι από πριν, να κάνουμε ηθικές πράξεις. Εμείς ως τελικό στόχο μας έχουμε να ενωθούμε με τον άγιο Θεό. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας του σύμπαντος. Αυτό θέλουμε. Αυτή είναι η χαρά μας, η ευτυχία μας, η ολοκλήρωση μας.
Η ψυχή του κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού πλασθέντος ανθρώπου λαχτάρα τον Θεό, ποθεί την ένωση μαζί Του. Όσο ηθικός, όσο καλός κι αν είναι ο άνθρωπος, όσες καλές πράξεις κι αν κάνει, αν δεν εύρη τον Θεό, αν δεν ενωθεί μαζί Του, δεν αναπαύεται. Διότι ο ίδιος ο άγιος Θεός έβαλε μέσα του αυτήν την αγία δίψα, τον θείο έρωτα, τον πόθο για την ένωση μαζί Του, την θέωση. Έχει την ερωτική δύναμη μέσα του, που λαμβάνει από τον Δημιουργό του, για να αγαπά αληθινά, δυνατά ανιδιοτελώς, όπως ο άγιος Δημιουργός του ερωτεύεται τον κόσμο Του, τα πλάσματα Του. Να ερωτεύεται με την αγία αυτή ερωτική φορά και αγαπητική δύναμη τον Θεό. Αν δεν είχε ο άνθρωπος την εικόνα του Θεού μέσα του, δεν θα μπορούσε να αναζητεί το πρωτότυπο της. Ο καθένας μας είμαστε εικόνα του Θεού, και ο Θεός είναι το πρωτότυπο. Η εικόνα ζητεί το πρωτότυπο, και μόνο όταν το βρει αναπαύεται σ' αυτό.
Τον ΙΔ' αιώνα έγινε μια μεγάλη αναταραχή στην Εκκλησία, την οποία προκάλεσε ένας Δυτικός μοναχός, ο Βαρλαάμ. Άκουσε αυτός ότι οι αγιορείτες μοναχοί ομιλούσαν περί θεώσεως. Πληροφορήθηκε ότι γίνονται άξιοι μετά από πολύ αγώνα, κάθαρση από τα πάθη και πολλή προσευχή, να ενωθούν με τον Θεό, να λάβουν εμπειρία του Θεού, να δουν τον Θεό. Άκουσε ότι έβλεπαν το άκτιστο φως, το οποίο είδαν οι άγιοι Απόστολοι κατά την Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού στο όρος Θαβώρ.
Έχοντας όμως ο Βαρλαάμ το δυτικό, αιρετικό, ορθολογιστικό πνεύμα αδυνατούσε να αντιληφθεί την γνησιότητα αυτών των θείων εμπειριών των ταπεινών μοναχών, κι έτσι άρχισε να κατηγορεί τους αγιορείτες ως τάχα πλανεμένους, αιρετικούς και ειδωλολάτρες. Έλεγε δηλαδή ότι είναι αδύνατο να βλέπει κανείς την Χάρι του Θεού, επειδή δεν γνώριζε τίποτε περί διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενέργειας στον Θεό.
Τότε η Χάρις του Θεού ανέδειξε ένα μεγάλο και φωτισμένο διδάσκαλο της Εκκλησίας μας, τον αγιορείτη Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Αυτός με πολλή σοφία και φώτιση από το Θεό, αλλά και από προσωπική του εμπειρία, είπε και έγραψε πολλά και δίδαξε, σύμφωνα και με τις άγιες Γραφές και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστο το φως της Χάριτος του Θεού, είναι θεία ενέργεια. Ότι όντως βλέπουν το φως αυτό οι θεωμένοι άνθρωποι ως ανώτατη, ύψιστη εμπειρία της θεώσεως, και βλέπονται μέσα στο φως αυτό του Θεού. Αυτό είναι η δόξα του Θεού, η λαμπρότης Του, τα Θαβώρειο φως, το φως της Αναστάσεως του Χριστού και της Πεντηκοστής, και η φωτεινή νεφέλη της Παλαιάς Διαθήκης. Πραγματικό άκτιστο φως Θεού κι όχι συμβολικό, όπως πλανεμένα νόμιζε ο Βαρλαάμ και οι όμοιοι του.
Στη συνέχεια όλη η Εκκλησία, με τρεις μεγάλες Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη, δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και κήρυξε πως η εν Χριστώ ζωή δεν είναι απλώς ηθικοποίησις του ανθρώπου αλλά θέωσις, που σημαίνει συμμετοχή στην δόξα του Θεού, θέα του Θεού, της Χάριτος Του, του ακτίστου φωτός Του.
Οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, διότι με την φώτιση που έλαβε από τον Θεό, με την εμπειρία και θεολογία του μας παρέδωσε την διδασκαλία και αιώνιο πείρα της Εκκλησίας σχετικά με την θέωση του ανθρώπου.
Ο Χριστιανός δεν είναι Χριστιανός επειδή μπορεί απλώς να ομιλεί για τον Θεό. Είναι Χριστιανός διότι μπορεί να έχει εμπειρία του Θεού. Κι όπως όταν αγαπάς πραγματικά ένα πρόσωπο και συνομιλής μαζί του, το αισθάνεσαι, το χαίρεσαι, έτσι συμβαίνει και στην κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν υπάρχει μια εξωτερική απλώς σχέση, αλλά μυστική ένωσις Θεού και ανθρώπου εν Αγίω Πνεύματι.
Μέχρι σήμερα οι Δυτικοί θεωρούν κτιστή την θεία Χάρι, την ενέργεια του Θεού. Είναι δυστυχώς και τούτο μία από τις πολλές διαφορές μας, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπ' όψιν στον θεολογικό διάλογο με του Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν είναι μόνο το filioque, το πρωτείο εξουσίας και το "αλάθητο" του πάπα, από τις βασικές διαφορές μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Παπικών. Είναι και τα ανωτέρω. Αν δεν δεχθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Χάρις του Θεού είναι άκτιστος, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, έστω κι αν δεχθούν όλα τα άλλα. Διότι ποιος θα ενεργήσει την θέωση, αν η θεία Χάρις είναι κτίσμα κι όχι άκτιστος ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;


Προϋποθέσεις για την θέωσι

Λέγουν βέβαια οι άγιοι Πατέρες ότι μέσα στην Εκκλησία μπορούμε να επιτύχουμε την θέωση. Όμως η θέωσις είναι δώρο του Θεού. Δεν είναι κάτι που επιτυγχάνουμε εμείς μόνοι μας. Φυσικά πρέπει να θέλουμε, να αγωνιζόμαστε και να προετοιμαζόμαστε, για να είμαστε άξιοι, ικανοί και δεκτικοί να δεχθούμε και να φυλάσσουμε το μεγάλο αυτό δώρο του Θεού, εφ' όσον ο Θεός δεν θέλει τίποτε να κάνη σ' εμάς χωρίς την ελευθερία μας. Πλην όμως η θέωσις είναι δωρεά του Θεού. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι εμείς μεν πάσχουμε την θέωση, ο Θεός δεν ενεργεί την θέωση.
Διακρίνουμε δε ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις στην πορεία του ανθρώπου προς την θέωση.

α) Η ταπείνωσις

Πρώτη κατά τους αγίους Πατέρας προϋπόθεση για την θέωση είναι η ταπείνωσις. Χωρίς την ευλογημένη ταπείνωση ο άνθρωπος δεν μπορεί να τεθή στην τροχιά της θεώσεως, να δεχθεί την θεία Χάρι, να ενωθεί με τον Θεό. Και μόνο για να αναγνωρίσει ότι σκοπός της ζωής του είναι η θέωσις, χρειάζεται ταπείνωσις. Γιατί πως χωρίς ταπείνωση θα αναγνωρίσεις ότι ο σκοπός της ζωής σου είναι έξω από τον εαυτό σου, είναι στο Θεό;
Όσο ο άνθρωπος ζει εγωκεντρικά, ανθρωποκεντρικά, αυτόνομα, τοποθετεί τον εαυτό του ως κέντρο και σκοπό της ζωής του. Πιστεύει ότι μπορεί να αυτοτελειωθή, να αυτοορισθή, να αυτοθεωθή. Αυτό είναι άλλωστε και το πνεύμα του σύγχρονου πολιτισμού, της σύγχρονης πολιτικής. Να κάνουμε ένα κόσμο έστω καλύτερο, δικαιότερο, αλλά αυτόνομα. Ένα κόσμο που θα έχει κέντρο τον άνθρωπο χωρίς αναφορά στον Θεό, χωρίς να αναγνωρίζει ότι ο Θεός είναι η πηγή κάθε καλού. Αυτό το λάθος έκανε κι ο Αδάμ, που πίστεψε πως μόνο με τις δικές του δυνάμεις μπορούσε να γίνει Θεός, να ολοκληρωθεί. Το λάθος του Αδάμ κάνουν όλοι οι ουμανισμοί όλων των αιώνων. Δεν θεωρούν απαραίτητη την κοινωνία με τον Θεό για την ολοκλήρωση του ανθρώπου.
Όλα τα ορθόδοξα είναι θεανθρωποκεντρικά, έχουν κέντρο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Όλα τα μη ορθόδοξα, Προτεσταντισμός, Παπισμός, Μασονισμός, Χιλιασμός, αθεϊσμός, ότι άλλο εκτός Ορθοδοξίας, αυτόν τον κοινό παρονομαστή έχουν: Κέντρο είναι ο άνθρωπος. Σε μας κέντρο είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός. Γι' αυτό είναι εύκολο να γίνει κανείς αιρετικός, χιλιαστής, μασόνος, οτιδήποτε άλλο, αλλά είναι δύσκολο να γίνει Χριστιανός Ορθόδοξος. Για να γίνεις Χριστιανός Ορθόδοξος, πρέπει να δεχθείς ότι κέντρο του κόσμου δεν είσαι εσύ αλλά ο Χριστός.
Άρα η αρχή της οδού προς την θέωση είναι η ταπείνωσις, να αναγνωρίσουμε δηλαδή ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι έξω από τον εαυτό μας, είναι στον Πατέρα μας, τον Πλάστη και Δημιουργό μας.
Χρειάζεται ακόμη ταπείνωσις, για να δούμε ότι είμαστε άρρωστοι, ότι είμαστε εμπαθείς, γεμάτοι αδυναμίες και πάθη.
Κι αυτός πάλι που αρχίζει την πορεία της θεώσεως, πρέπει να έχη διαρκή την ταπείνωση, για να διατηρείται συνεχώς στην πορεία αυτή. Διότι αν δεχθεί τον λογισμό ότι με τις δικές του δυνάμεις τα καταφέρνει καλά και προχωρεί, τότε εισέρχεται μέσα του η υπερηφάνεια. Χάνει ότι κέρδισε και χρειάζεται να αρχίσει πάλι από την αρχή, να ταπεινωθεί, να δει την αδυναμία του, την ανθρώπινη ασθένεια του και να μη βασίζεται στον εαυτό του. Χρειάζεται να βασίζεται στην Χάρι του Θεού, για να μπορεί να βρίσκεται συνεχώς στην πορεία της θεώσεως.
Γι' αυτό στους βίους των Αγίων μας κάνει εντύπωση η μεγάλη ταπείνωση τους. Ενώ ήταν κοντά στον Θεό, έλαμπαν μέσα στο φως του Θεού, ήταν θαυματουργοί, μυροβλύτες, την ίδια στιγμή επίστευαν για τον εαυτό τους ότι ήταν πολύ χαμηλά, πολύ μακριά από τον Θεό, ότι ήταν οι χειρότεροι από τους ανθρώπους. Αυτή η ταπείνωση τους ήταν που τους έκανε θεούς κατα Χάριν.

β) Η άσκησις

Μας λέγουν επίσης οι Πατέρες ότι η θέωσις έχει στάδια. Αρχίζει από τα χαμηλότερα και προχωρεί προς τα υψηλότερα. Έχοντας την ταπείνωση, αρχίζουμε με μετάνοια και πολλή υπομονή τον καθημερινό μας εν Χριστώ αγώνα, την άσκηση της εφαρμογής των αγίων εντολών του Χριστού, για να καθαρισθούμε από τα πάθη. Λέγουν δε οι άγιοι Πατέρες ότι μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο ίδιος ο Θεός, κι όταν ο Χριστιανός από αγάπη και πίστη στον Χριστό τις τηρεί, τότε ενώνεται μαζί Του.
Αυτό κατά τους αγίους Πατέρας είναι το πρώτο στάδιο της θεώσεως, το οποίο ονομάζεται και "πράξις". Είναι η πρακτική αγωγή, η αρχή του δρόμου προς την θέωση.
Φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, διότι ο αγώνας για να ξεριζωθούν τα πάθη από μέσα μας είναι μεγάλος. Χρειάζεται κόπος πολύς, ώστε σιγά-σιγά ο χέρσος εσωτερικός μας αγρός να καθαρίζεται από τα αγκάθια και τις πέτρες των παθών και να καλλιεργείται πνευματικά, ώστε να μπορεί να πέφτει ο σπόρος του λόγου του Θεού και να καρποφορεί. Απαιτείται μεγάλη και συνεχής βία στον εαυτό μας για όλα αυτά. Γι' αυτό ο Κύριος είπε ότι "η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν". (Ματθ. ια', 12). Και πάλι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν: "Δώσε αίμα και λάβε Πνεύμα", δηλαδή δεν μπορείς να λάβεις το Άγιο Πνεύμα, αν δεν δώσεις το αίμα της καρδιάς σου στον αγώνα για να καθαριστείς από τα πάθη, να μετανοήσεις πραγματικά και σε βάθος, και να αποκτήσεις τις αρετές.
Όλες δε οι αρετές είναι όψεις της μίας και μεγάλης αρετής, της αρετής της αγάπης. Όταν ο Χριστιανός αποκτήσει την αγάπη, έχει όλες τις αρετές. Η αγάπη είναι εκείνη που εκδιώκει από την ψυχή του ανθρώπου την αιτία όλως των κακιών και όλων των παθών, η οποία κατά τους αγίους Πατέρας είναι η φιλαυτία. Όλα τα κακά μέσα μας πηγάζουν από την φιλαυτία, που είναι η αρρωστημένη αγάπη του εαυτού μας. Γι' αυτό η Εκκλησία μας έχει την άσκηση. Χωρίς άσκηση δεν υπάρχει πνευματική ζωή, ούτε αγώνας, ούτε προκοπή. Υπακούμε, νηστεύουμε, αγρυπνούμε, κοπιάζουμε με μετάνοιες, ορθοστασίες, για να μπορούμε να καθαριζόμαστε από τα πάθη μας. Αν η Ορθόδοξος Εκκλησία παύση να είναι ασκητική, παύει να είναι Ορθόδοξος. Παύει να βοηθεί τον άνθρωπος να απαλλάσσεται από τα πάθη του και να γίνεται θεός κατα Χάριν.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναπτύσσουν μεγάλη και βαθειά ανθρωπολογική διδασκαλία για την ψυχή και τα πάθη του ανθρώπου. Κατ' αυτούς η ψυχή διακρίνεται στο λογιστικό και παθητικό μέρος. Το παθητικό πάλι περιέχει το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Στο λογιστικό περιέχονται οι λογικές ενέργειες της ψυχής, δηλαδή οι λογισμοί, οι σκέψεις. Το θυμοειδές είναι τα θετικά ή αρνητικά συναισθήματα, η αγάπη, το μίσος. Το επιθυμητικό είναι οι καλές επιθυμίες των αρετών και οι κακές επιθυμίες των ηδονών, των απολαύσεων, η φιλοχρηματία, η κοιλιοδουλία, η σαρκολατρεία, τα σαρκικά πάθη. Αν αυτά τα τρία μέρη της ψυχής, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό, δεν καθαρισθούν, δεν μπορεί ο άνθρωπος να δεχθεί μέσα του την Χάρι του Θεού, να θεωθεί. Το λογιστικό καθαρίζεται με την νήψι, που είναι η συνεχής τήρησις του νοός από τους λογισμούς, με το να κρατεί δηλαδή του καλούς λογισμούς και να αποδιώχνη του κακούς. Το θυμοειδές πάλι καθαρίζεται με την αγάπη. Και το επιθυμητικό, τέλος, καθαρίζεται με την εγκράτεια. Όλα αυτά πάντως από κοινού καθαρίζονται και αγιάζονται με την προσευχή.

γ) Τα άγια Μυστήρια και η προσευχή

Ο Χριστός εγκαθίσταται στην καρδιά του ανθρώπου με τα άγια Μυστήρια. Με το άγιο Βάπτισμα, το Χρίσμα, την ιερά εξομολόγηση, την Θεία Ευχαριστία. Στους Ορθόδοξους Χριστιανούς που είναι εν κοινωνία Χριστού, ο Θεός, η Χάρις Του, είναι μέσα τους, στην καρδιά τους, διότι είναι βαπτισμένοι, χρισμένοι, εξομολογημένοι, κοινωνημένοι.
Τα πάθη όμως καλύπτουν την θεία Χάρι, όπως η στάχτη την σπίθα. Με την άσκηση και την προσευχή η καρδιά καθαρίζεται από τα πάθη, η σπίθα της θείας Χάριτος αναζωπυρούται και ο πιστός αισθάνεται τον Χριστό στην καρδιά του, που είναι το κέντρο της υπάρξεως του.
Κάθε προσευχή της Εκκλησίας βοηθεί στην κάθαρση της καρδιάς. Ιδιαιτέρως όμως βοηθεί η λεγόμενη μονολόγιστος ευχή ή νοερά προσευχή ή καρδιακή προσευχή, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλόν". Αυτή η προσευχή, που ανέκαθεν παραδίδεται στο Άγιον Όρος, έχει το εξής πλεονέκτημα: επειδή είναι μονολόγιστος, δηλαδή μόνο μία πρότασις, μας βοηθεί να συγκεντρώνουμε εύκολα τον νου μας. Συγκεντρώνοντας τον νου μας τον βυθίζουμε στην καρδιά και προσέχουμε εκεί να μη απασχολείται με άλλα πράγματα και νοήματα, ούτε καλά, ούτε κακά, αλλά μόνο με τον Θεό.
Η άσκησις στην καρδιακή αυτή προσευχή, που μπορεί να γίνει με την Χάρι του Θεού συν τω χρόνω συνεχής, είναι ολόκληρη επιστήμη, τέχνη ιερά, που Άγιοι της Πίστεως μας λεπτομερώς περιγράφουν στα ιερά του συγγράμματα, όπως και σε μια μεγάλη συλλογή πατερικών κειμένων, την "Φιλοκαλία".
Βοηθεί και χαροποιεί λοιπόν τον άνθρωπο η προσευχή αυτή. Κι όταν προχωρήσει ο Χριστιανός στην προσευχή αυτή, και ταυτοχρόνως η ζωή του είναι σύμφωνη με τις άγιες εντολές του Θεού και της Εκκλησίας, τότε αξιώνεται να λάβει εμπειρία της θείας Χάριτος. Αρχίζει να γεύεται την γλυκύτητα της κοινωνίας του Θεού, να γνωρίζει εκ πείρας το "γεύσασθε και ίδετε ότι Χρηστός ο Κύριος" (Ψαλμ. λγ', 9). Για μας τους Ορθοδόξους ο Θεός δεν είναι ιδέα, κάτι που το σκεπτόμαστε μόνο ή για το οποίο συζητούμε ή διαβάζουμε, αλλά είναι Πρόσωπο, με το Οποίο ερχόμαστε σε ζωντανή και προσωπική κοινωνία, κάτι που το ζούμε, του Οποίου λαμβάνουμε εμπειρία.
Τότε βλέπουμε τι μεγάλη και άρρητη και ανέκφραστη ευτυχία είναι να έχουμε τον Χριστό μέσα μας και να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Πολύ βοηθεί τους Χριστιανούς που είναι στον κόσμο, μέσα στις διάφορες μέριμνες και απασχολήσεις της κάθε ημέρας, να βρίσκουν τουλάχιστον λίγα λεπτά ησυχίας για να ασκούνται σ' αυτήν την προσευχή.
Τους αγιάζουν βέβαια κι όλες οι κατά Θεόν εργασίες και καθήκοντα, όταν γίνονται ταπεινά και με αγάπη. Όμως χρειάζεται και η προσευχή. Σ' ένα ήσυχο δωμάτιο (είναι καλό ίσως μετά από κάποια μελέτη πνευματική ή αφού ανάψουν το καντήλι εμπρός στις εικόνες και θυμιάσουν), όσο γίνεται μακρυά από θορύβους και απασχολήσεις, και αφού ησυχάσουν από άλλες σκέψεις και λογισμούς, να βυθίζουν τον νου τους στην καρδιά λέγοντας την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλόν (ή την αμαρτωλήν)". Πόση ειρήνη και δύναμη αντλούν οι ψυχές μ' αυτήν την κατά Θεόν ησυχία! Πόσο τις ενισχύει και στις υπόλοιπες ώρες της ημέρας να διατηρούνται ειρηνικές, χωρίς νεύρα και ένταση και άγχος, αλλά να έχουν όλες τις δυνάμεις τους σε αρμονία και ενότητα!
Μερικοί αναζητούν λίγη ψυχική ησυχία με τεχνητά μέσα σε άλλους χώρους, πλανεμένους και δαιμονικούς, όπως στις ανατολικές λεγόμενες θρησκείες. Προσπαθούν να εύρουν κάποια ησυχία με εξωτερικές ασκήσεις, διαλογισμό, κ.λπ., για να επιτύχουν κάποια ισορροπία ψυχής και σώματος. Το λάθος είναι ότι σ' όλα αυτά ο άνθρωπος, που προσπαθεί να λησμονήσει τις διάφορες σκέψεις και τον υλικό κόσμο, ούτε ουσιαστικά δεν κάνει διάλογο με τον Θεό, αλλά μονόλογο με τον εαυτό του. Καταλήγει δηλαδή πάλι στον ανθρωποκεντρικό και αποτυγχάνει.


Εμπειρίες της θεώσεως

Οι εμπειρίες της θεώσεως είναι ανάλογες με την κάθαρση του ανθρώπου. Όσο περισσότερο καθαρισθεί ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο ανώτερη εμπειρία λαμβάνει του Θεού, βλέπει τον Θεό, κατά το "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται" (Ματθ. ε', 8).
Όταν αρχίζει ο άνθρωπος να μετανοεί, να εξομολογείται και να κλαίει για τις αμαρτίες του, λαμβάνει τις πρώτες εμπειρίες της χάριτος του Θεού. Τέτοιες δε εμπειρίες είναι πρώτα τα δάκρυα της μετάνοιας, που φέρουν χαρά ανεκλάλητη στην ψυχή, και η βαθειά ειρήνη η οποία ακολουθεί. Γι' αυτό και το πένθος αυτό για τις αμαρτίες μας λέγεται "χαροποιόν πένθος", όπως είπε ο Κύριος στους Μακαρισμούς Του: "Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται" (Ματθ. ε', 4).
Μετά προχωρεί σε ανώτερα στάδια, όπως είναι ο θείος φωτισμός, με τον οποίο φωτίζεται ο νους και βλέπει με άλλη χάρι τα πράγματα, τον κόσμο, τους ανθρώπους.
Αγαπά τότε ο Χριστιανός τον Θεό περισσότερο Και έρχονται άλλα δάκρυα, ανώτερα, που είναι δάκρυα αγάπης για τον Θεό, θείου έρωτος. Όχι πια για τις αμαρτίες του, διότι έχει την βεβαιότητα ότι ο Θεός συγχώρησε τις αμαρτίες του. Τα δάκρυα αυτά, που φέρουν μεγαλύτερη ευτυχία, χαρά και ειρήνη στην ψυχή, είναι ανώτερη εμπειρία θεώσεως.
Αποκτά μετά ο άνθρωπος την απάθεια, την ζωή χωρίς τα διαβλητά πάθη, τις εφάμαρτες αδυναμίες. Και είναι τότε ειρηνικός και ατάραχος σε κάθε προσβολή εξωτερική, απαλλαγμένος από υπερηφάνεια, μίσος, μνησικακία, σαρκικές ορέξεις.
Αυτό είναι το δεύτερο στάδιο της θεώσεως, το καλούμενο "θεωρία", κατά το οποίο ο άνθρωπος καθαρισμένος ήδη από τα πάθη φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, ελλάμπεται και θεώνεται. Θεωρία σημαίνει θέα. Θεωρία του Θεού σημαίνει θέα του Θεού. Για να μπορεί όμως κανείς να βλέπει τον Θεό, πρέπει να είναι θεωμένος άνθρωπος. Άρα θεωρία του Θεού σημαίνει θέωσις.
Όταν μάλιστα καθαρισθεί τελείως, προσφερθεί τελείως στον Θεό, τότε λαμβάνει και την μεγαλύτερη στους ανθρώπους εμπειρία της θείας Χάριτος, που κατά τους αγίους Πατέρας είναι η θέα του ακτίστου φωτός του Θεού. Αυτό το φως το βλέπουν οι πολύ προχωρημένοι στην θέωση, ελάχιστοι σε κάθε γενεά. Το βλέπουν οι Άγιοι του Θεού, και φαίνονται μέσα σ' αυτό, όπως άλλωστε εικονίζονται στις άγιες εικόνες τους με τα φωτοστέφανα.
Στον βίο π.χ. του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου αναφέρεται ότι όταν ο Μ. Βασίλειος προσευχόταν στο κελί του, τον έβλεπαν οι άλλοι, όσοι βέβαια μπορούσαν να τον δουν να λάμπει όλος αυτό και το κελί του μέσα σ' αυτό το άκτιστο φως του Θεού, το φως της θείας Χάριτος. Στους βίους πολλών αγίων Νεομαρτύρων της Πίστεως μας, διαβάζουμε πως αφού οι Τούρκοι μετά από φρικτά βασανιστήρια κρεμούσαν τα σώματα τους στις πλατείες των πόλεων προς εκφοβισμό των λοιπών Χριστιανών, πολλές φορές τις νύχτες φαινόταν ένα φως να τους περιλάμπη. Κι έλαμπε τόσο φανερά και έντονα, που οι ίδιοι οι κατακτητές, επειδή αποδεικνυόταν έτσι περίτρανα η αλήθεια της Πίστεως μας, διέτασαν και τα κατέβαζαν, ώστε να μην ντροπιάζονται στους Χριστιανούς, οι οποίοι έβλεπαν πως ο Θεός δόξαζε τους αγίους Μάρτυρας Του.
Η Χάρις της θεώσεως διατηρεί άφθαρτα και τα σώματα των Αγίων, τα άγια λείψανα, μυροβλύζοντα και θαυματουργούντα. Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η Χάρις του Θεού αφού πρώτα ενωθεί με τις ψυχές των Αγίων, κατόπιν σκηνώνει και στα άγια σώματα τους, και χαριτώνει κι αυτά. Κι όχι μόνο στα σώματα τους, αλλά και στους τάφους τους, στις εικόνες τους και στους Ναούς τους. Να γιατί προσκυνούμε και ασπαζόμαστε τις εικόνες, τα άγια λείψανα, τους τάφους, τους Ναούς των αγίων. Διότι όλα αυτά έχουν κάτι από την Χάρι του Θεού που είχε ο Άγιος στην ψυχή τους λόγω της ενώσεως του με τον Θεό, λόγω της θεώσεως του.
Γι' αυτό μέσα στην Εκκλησία απολαμβάνουμε την Χάρι της θεώσεως όχι μόνο με την ψυχή, αλλά και με το σώμα μας, επειδή και το σώμα συγκοπιάζοντας με την ψυχή, ασφαλώς και συνδοξάζεται, ως ναός του ενοικούντος σ' αυτό Αγίου Πνεύματος.
Αυτή η Χάρις πηγάζοντας από τον άγιο Κύριο, τον Θεάνθρωπο Χριστό, εκχύνεται στην Παναγία μας, στους Αγίους και έρχεται και σε μας τους ταπεινούς.
Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι όλες οι τυχόν εμπειρίες του Χριστιανού δεν είναι εκ του ασφαλούς εμπειρίες θεώσεως και πνευματικές. Πολλοί πλανήθηκαν από δαιμονικές η ψυχολογικές εμπειρίες. Για να μη υπάρχει λοιπόν κίνδυνος πλάνης και δαιμονικής επήρειας, πρέπει να αναφέρονται όλες ταπεινά στον Πνευματικό, ο οποίος και με τον παρά Θεού φωτισμού θα διακρίνει την γνησιότητα ή μη αυτών των εμπειριών και θα καθοδηγήσει αναλόγως την εξομογούμενη ψυχή. Γενικώς δε η υπακοή μας στον Πνευματικό είναι εκ των πλέον βασικών σημείων της πνευματικής μας πορείας, διά της οποίας αποκτούμε εκκλησιαστικό πνεύμα μαθητείας εν Χριστώ και εξασφαλίζεται η νόμιμος άθλησις μας που θα μας οδηγήσει στην ένωση μας με τον Θεό.
Ένας ιδιαίτερος χώρος θεώσεως, εντός πάντοτε της Εκκλησίας, είναι και ο Μοναχισμός, όπου οι μοναχοί αγιαζόμενοι λαμβάνουν υψηλές εμπειρίες ενώσεως με τον Θεό.
Έτσι, όσο μοναχοί μετέχουν στην θέωση και τον αγιασμό, βοηθούν και όλη την Εκκλησία. Διότι όπως πιστεύουμε οι Χριστιανοί, ακολουθώντας την μακραίωνα Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, ο αγώνας των μοναχών έχει θετική επίδραση στην ζωή του κάθε αγωνιζόμενου πιστού μέσα στον κόσμο. Γι' αυτό στην Ορθοδοξία μας ο λαός του Θεού έχει πολλή ευλάβεια στον Μοναχισμό.
Στην Εκκλησία μας εξ' άλλου συμμετέχουμε στην κοινωνία των Αγίων, έχουμε την εμπειρία και χαρά της εν Χριστώ ενότητος. Με αυτό εννοούμε ότι μέσα στην Εκκλησία δεν είμαστε άτομα μεμονωμένα, αλλά μία ενότης, μία αδελφότης, μία αδελφική κοινωνία. Κι όχι μόνο μεταξύ μας αλλά και με τους Αγίους του Θεού που ζουν επί γης σήμερα ή έχουν κοιμηθεί. Αφού και με τον θάνατον ακόμη δεν χωρίζονται οι Χριστιανοί. Ο θάνατος δεν μπορεί να χωρίσει τους Χριστιανούς διότι είναι όλοι τους ενωμένοι στο ανεστημένο σώμα του Χριστού.
Γι' αυτό κάθε Κυριακή, και κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία, είμαστε σ' αυτήν όλοι παρόντες, μαζί με τους Αγγέλους και τους Αγίους όλων των αιώνων. Είναι ακόμη και οι συγγενείς μας που έχουν πεθάνει, αν βέβαια είναι ενωμένοι με τον Χριστό. Όλοι εκεί είμαστε και κοινωνούμε μεταξύ μας μυστικά, όχι εξωτερικά αλλά εν Χριστώ.
Αυτό φαίνεται και στην Προσκομιδή, όπου στο άγιο Δισκάριο, γύρω από τον Αμνό Χριστό, τοποθετούνται οι μερίδες της Παναγίας, των Αγίων και των ζώντων και κεκοιμημένων Χριστιανών. Όλες αυτές οι μερίδες εμβάπτονται, μετά το καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, στο Αίμα του Χριστού.
Αυτή είναι η μεγάλη ευλογία της Εκκλησίας, το ότι είμαστε μέλη της και μπορούμε να κοινωνούμε όχι μόνο με τον Θεό, αλλά και μεταξύ μας ως μέλη τους σώματος του Χριστού.
Κεφαλή του αγίου αυτού σώματος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η ζωή έρχεται από την κεφαλή στο σώμα. Το σώμα βέβαια έχει ζωντανά μέλη, αλλά έχει και μέλη που δεν έχουν την ίδια ζωντάνια, δεν έχουν όλα τέλεια υγεία. Τέτοιοι είμαστε οι περισσότεροι από εμάς. Από τον ίδιο τον Χριστό όμως και από τα ζωντανά μέλη του έρχεται η ζωή, το αίμα το υγιές, και στα άλλα μέλη τα λιγότερο υγιή, ώστε σιγά-σιγά να υγιαίνουν και δυναμώνουν κι αυτά. Να γιατί πρέπει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία! Για να λαμβάνουμε υγεία και ζωή, αφού έξω από το σώμα της Εκκλησίας δεν υπάρχει αυτή η δυνατότης να αναρρώσουμε και να ζωοποιηθούμε.
Αυτά όλα φυσικά δεν έρχονται αμέσως. Σ' όλη του την ζωή πρέπει να αγωνίζεται ο Ορθόδοξος Χριστιανός, για να μπορεί σιγά-σιγά με την Χάρι του Θεού, μέσα στην Εκκλησία, με την ταπείνωση, την μετάνοια, την προσευχή, τα άγια Μυστήρια, να αγιάζεται και να θεώνεται.
Αυτός όμως είναι ο σκοπός της ζωής μας, ο στόχος ο μεγάλος. Δεν έχει τόση σημασία που ακριβώς θα φτάσουμε. Αξία έχει ο αγώνας μας, τον οποίο ο Θεός ευλογεί πλουσίως και στον παρόντα και στον μέλλοντα αιώνα.


Αποτυχία πολλών ανθρώπων να φθάσουν στην θέωσι

Ενώ λοιπόν έχουμε κληθεί για αυτόν τον μεγάλο σκοπό, να ενωθούμε με τον Θεό να γίνουμε θεοί κατά Χάριν και να απολαύσουμε αυτή την μεγάλη ευλογία, για την οποία μας έπλασε ο Πλάστης και Δημιουργός μας, εμείς πολλές φορές ζούμε σαν να μη υπάρχει αυτό ο μεγάλος, ο υψηλός στόχος. Κι έτσι γεμίζει αποτυχία η ζωή μας.
Ο άγιος Θεός μας έπλασε για την θέωση. Αν λοιπόν δεν θεωθούμε, όλη η ζωή μας είναι αποτυχία.

Ας αναφέρουμε μερικές αιτίες γι' αυτό.

α) Η προσήλωσις στις βιοτικές μέριμνες

Μπορεί να κάνουμε καλά και ωραία πράγματα. Σπουδές, επάγγελμα, οικογένεια, περιουσίες, φιλανθρωπίες. Όταν βλέπουμε και χρησιμοποιούμε τον κόσμο ευχαριστισιακά ως δώρο του Θεού, τότε όλα συνδέονται μαζί Του και γίνονται δρόμοι ενώσεως με τον άγιο Θεό. Αν δεν ενωθούμε ωστόσο με τον Θεό, αποτύχαμε, όλα είναι άχρηστα.
Συνήθως οι άνθρωποι αποτυγχάνουν, διότι παρασύρονται από αυτούς τους δευτερεύοντες σκοπούς στη ζωή τους. Δεν βάζουν ως πρώτο και κύριο στην ζωή τους την θέωση. Απορροφούνται από τα ωραία του κόσμου τούτου και χάνουν τα αιώνια. Δίδονται ολοκληρωτικά στα δευτερεύοντα και ξεχνούν το "εν ου έστι χρεία" (βλ. Λουκ. ι', 42).
Υπάρχει σήμερα ιδίως μία διαρκής απασχόλησις, συνεχείς δραστηριότητες, - ίσως είναι και τέχνασμα του διαβόλου για να πλανά και τους εκλεκτούς - ένεκα των οποίων παραμελούμε την σωτηρία μας. Π.χ. τώρα έχουμε σπουδές, μελέτες, διάβασμα, δεν ευκαιρούμε να προσευχόμαστε, να εκκλησιαζόμαστε, να εξομολογούμαστε, να κοινωνούμε. Αύριο θα έχουμε συνέδρια, συμβούλια, κοινωνικές και προσωπικές ευθύνες, πως να βρούμε χρόνο για τον Θεό! Μεθαύριο γάμο, οικογενειακές μέριμνες, αδύνατο να ασχοληθούμε με τα πνευματικά. Συνεχώς επαναλαμβάνουμε και εμείς στον Χριστό: "ου δύναμαι έλθειν... Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον" (βλ. Λουκ. ιδ', 19-20).
Κι έτσι χάνουν και την αξία τους όλα αυτά τα ωραία και νόμιμα. Όλα αυτά έχουν πραγματική, ουσιαστική αξία, όταν γίνονται με την Χάρι του Θεού, όταν δηλαδή προσπαθούμε να τα κάνουμε όλα προς δόξαν Θεού. Αλλά και όταν δεν παύουμε να νοσταλγούμε, να επιδιώκουμε αυτό που είναι πέρα από τις σπουδές, πέρα από το επάγγελμα, πέρα από την οικογένεια, πέρα από τις όποιες καλές και ιερές ευθύνες και δραστηριότητες: να ποθούμε την θέωση. Τότε βρίσκουν κι όλα αυτά το πραγματικό τους νόημα και την αιώνιο προοπτική τους και μας ωφελούν.
Είπε ο Κύριος: "Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν" (Ματθ. στ', 33). Η βασιλεία του Θεού είναι η θέωσις, το να λάβουμε την Χάρι του Παναγίου Πνεύματος. Όταν έλθει η θεία Χάρις και βασιλεύσει μέσα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος βασιλεύεται από τον Θεό. Και διά των θεωμένων ανθρώπων έρχεται η Χάρις του Θεού και στους άλλους ανθρώπους και στην κοινωνία. Αλλά κι όπως διδάσκουν οι Πατέρες, στην Κυριακή Προσευχή το "ελθέτω η βασιλεία" σημαίνει "ελθέτω η Χάρις του Αγίου Πνεύματος", που όταν έλθει θεώνει τον άνθρωπο.

β) Ο ηθικισμός

Το πνεύμα του δυστυχώς του ηθικισμού που προαναφέραμε, το να περιορίσουμε δηλαδή την χριστιανική ζωή στην ηθική βελτίωση, έχει επηρεάσει αρνητικά, αρκετά και στον τόπο μας, την ευσέβεια και την πνευματικότητα των Χριστιανών. Λόγω δυτικής θεολογικής επιδράσεως πολλές φορές παύουμε να επιδιώκουμε την θέωση.
Η αγωγή όμως της ηθικής καλυτέρευσις είναι αγωγή ανθρωποκεντρική, με κέντρο τον άνθρωπο. Σ' αυτήν προέχει η ανθρώπινη προσπάθεια κι όχι η Χάρις του Θεού. Φαίνεται όχι μας σώζει η ηθική μας κι όχι η Χάρις του Θεού. Γι' αυτό και σε μια τέτοια κατάσταση και ζωή δεν έχουμε αληθινές εμπειρίες του Θεού, και η ψυχή δεν αναπαύεται πραγματικά, δεν ξεδιψά. Αυτή η αγωγή, που έδωσε εξετάσεις και απέτυχε, μη εκπροσωπώντας το γνήσιο πνεύμα της Εκκλησίας του Χριστού, είναι εν πολλοίς υπεύθυνη και για την αθεΐα και την αδιαφορία προς την πνευματική ζωή πολλών συνανθρώπων μας και δη νέων.
Αντί να μιλούμε οι γονείς, οι διδάσκαλοι, οι κληρικοί, και όλοι οι εργάτες της Εκκλησίας, στα Κατηχητικά μας, στα κηρύγματα και αλλού, για μια στείρα βελτίωση του ανθρώπου ας παιδαγωγούμε τους Χριστιανούς μας προς την θέωση, όπως είναι το γνήσιο πνεύμα και η εμπειρία της Εκκλησίας. Οι αρετές άλλωστε, όσο μεγάλες κι αν είναι, δεν αποτελούν τον σκοπό της χριστιανικής ζωής μας, αλλά μέσα και τρόπους που μας προετοιμάζουν να δεχθούμε την θέωση, την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, όπως επιγραμματικά διδάσκει ο άγιος Σεραφείμ ο Σάρωφ.

γ) Ο ανθρωποκεντρικός ουμανισμός

Ο αυτόνομος ουμανισμός πάλι ως φιλοσοφικοκοινωνικό σύστημα, χωρισμένο, αυτονομημένο από τον Θεό, οδηγεί σε ένα πολιτισμό φιλαυτίας και αδιεξόδου τον σύγχρονο άνθρωπο. Θέλει να μας απομακρύνει από την Ορθόδοξο Πίστη μας εν ονόματι τάχα της αξιοποιήσεως και απελευθερώσεως του ανθρώπου. Υπάρχει όμως μεγαλύτερη αξιοποίησις για τον άνθρωπο από την θέωση;


Συνέπειες της αγωγής της θεώσεως

Η αγωγή που δίδει η Ορθόδοξος Εκκλησία μας με την θεία Λατρεία, την Πατερική θεολογία, τον Μοναχισμό, είναι αγωγή θεώσεως, αγωγή θεανθρωποκεντρική, με κέντρο τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Αυτή δίδει μεγάλη χαρά στην ζωή μας, όταν γνωρίζουμε τι μεγάλο προορισμό έχουμε, τι μακαριότης μας αναμένει.
Γλυκαίνει τον πόνο σε κάθε δοκιμασία και στεναχώρια της ζωής με την προοπτική της θεώσεως.
Όταν αγωνιζόμαστε με προοπτική την θέωση, αλλάζει προς το καλύτερο και στάση μας έναντι των συνανθρώπων μας. Όταν δηλαδή βλέπουμε ο ένας τον άλλο ως υποψήφιους θεούς. Πόσο βαθαίνει και ουσιαστικοποιείται τότε και η αγωγή που δίδουμε στα παιδιά μας! Πόσο θεάρεστα, αγαπούν τότε και σέβονται ο πατέρας και η μητέρα τα παιδιά τους, αισθανόμενοι την ευθύνη και ιερή αποστολή που έχουν απέναντι τους, να τα βοηθήσουν να πετύχουν την θέωση, τον σκοπό για τον οποίο με την Χάρι του Θεού τα έφεραν στον κόσμο! Και φυσικά πως θα τα βοηθήσουν, αν οι ίδιοι δεν κατευθύνονται προς αυτόν τον σκοπό, την θέωση; Αλλά και πόση εκτίμηση θα έχουμε στον εαυτό μας, χωρίς εγωισμό και υπερηφάνεια αντίθεη, όταν συναισθανόμαστε ότι είμαστε πλασμένοι γι' αυτόν τον μεγάλο σκοπό!
Λέγουν μάλιστα οι Άγιοι Πατέρες και θεολόγοι της Εκκλησίας ότι έτσι, ξεπερνώντας την ανθρωποκεντρική φιλοσοφία του εγωισμού και της φιλαυτίας μας, γινόμαστε πραγματικά πρόσωπα, αληθινοί άνθρωποι. Συναντούμε τον Θεό με σεβασμό και αγάπη, αλλά και τον συνάνθρωπο με εκτίμηση κι αληθινή αξιοπρέπεια, βλέποντας τον όχι ως σκεύος ηδονής και εκμεταλλεύσεως αλλά ως εικόνα του Θεού προορισμένο για την θέωση.
Όσο είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας, στο εγώ μας, είμαστε άτομα, όχι όμως πρόσωπα. Μόλις εξέλθουμε από την κλειστή ατομική μας ύπαρξη κι αρχίσουμε, σύμφωνα με την αγωγή της θεώσεως - με την Χάρι του Θεού αλλά και την δική μας συνεργεία - να αγαπούμε, να προσφερόμαστε όλο και περισσότερο σ' Αυτόν και τον πλησίον μας, γινόμαστε πρόσωπα αληθινά. Όταν δηλαδή το εγώ μας συναντήσει το Συ του Θεού και το συ του αδελφού, τότε αρχίζουμε να βρίσκουμε τον χαμένο εαυτό μας. Αφού μέσα στην κοινωνία της θεώσεως, για την οποία πλασθήκαμε, μπορούμε να ανοιγόμαστε, να επικοινωνούμε, να χαιρόμαστε ο ένας τον άλλον πραγματικά κι όχι φίλαυτα.
Αυτό είναι και το ήθος της θείας Λειτουργίας, στην οποία μαθαίνουμε να ξεπερνούμε το στενό, ατομικό μας συμφέρον, στο οποίο μας εξωθεί ο διάβολος, η αμαρτία και τα πάθη μας, και να ανοιγόμαστε σε κοινωνία θυσίας και αγάπης εν Χριστώ.
Αναπαύει και ολοκληρώνει πραγματικά τον άνθρωπο η αίσθηση αυτή της μεγάλης κλήσεως του, δηλαδή της θεώσεως.
Ο ορθόδοξος ανθρωπισμός της Εκκλησίας μας βασίζεται σ' αυτήν την μεγάλη κλήση του ανθρώπου, γι' αυτό και αξιοποιεί στο έπακρο όλες τις δυνάμεις του.
Ποιος άλλος ανθρωπισμός, όσο προοδευτικός και φιλελεύθερος κι αν φαίνεται, είναι τόσο επαναστατικός όσο ο ανθρωπισμός της Εκκλησίας, που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο Θεό; Τέτοιο όντως υψηλό ανθρωπισμό μόνο η Εκκλησία έχει;
Γι' αυτό ιδιαίτερα σήμερα, που πολλοί προσπαθούν να ξεγελάσουν του ανθρώπους, και κυρίως του νέους, προβάλλοντας τους ψευτοανθρωπισμούς τους, οι οποίοι κατ' ουσίαν κολοβώνουν τον άνθρωπο και δεν το ολοκληρώνουν, έχει μεγάλη σημασία ο τονισμός αυτής της αγωγής της Εκκλησίας.


Συνέπειες της αγωγής που δεν οδηγεί στην θέωσι

Σήμερα οι νέοι άνθρωποι ζητούν εμπειρίες. Δεν αρκούνται σε μία υλιστική ζωή, σε μία ορθολογιστική κοινωνία, όπως τους την παραδίδουμε οι μεγαλύτεροι. Τα παιδιά μας, που είναι εικόνες Θεού, "κεκελευσμένοι θεοί", ζητούν κάτι πέρα από τα λογικά σχήματα μιας υλιστικής φιλοσοφίας και αθέου παιδείας που τους προσφέρουμε. Ζητούν εμπειρίες αληθινής ζωής. Δεν τους αρκεί μάλιστα να ακούν για τον Θεό. Επιθυμούν την εμπειρία Του, το φως Του, την Χάρι Του. Κι επειδή δεν γνωρίζουν πολλοί απ' αυτούς, ότι η Εκκλησία έχει την δυνατότητα να τους αναπαύσει, έχει την εμπειρία που διψούν, μάταια αναζητούν και καταφεύγουν σε διάφορα άλλα φθηνά υποκατάστατα, προκειμένου να εύρουν κάτι το εξωλογικό, το υπέρλογο.
Και άλλοι μεν οδηγούνται σε ανατολικούς μυστικισμούς, τύπου γιόγκα. Άλλοι στον αποκρυφισμό ή στον γνωστικισμό, τελευταία δε δυστυχώς και σε απροκάλυπτο σατανισμό.
Αλλά και στην ηθική δεν γνωρίζουν κανένα φραγμό, αφού αυτή χωρισμένη και στερημένη από την ουσία και τον σκοπό της, να τους ενώσει με τον άγιο Θεό, καταντά χωρίς κανένα απολύτως νόημα.
Έτσι πλεονάζουν τραγικά φαινόμενα όπως ο αναρχισμός και η τρομοκρατία, με τα οποία πολλοί νέοι άνθρωποι που κατά βάθος θέλουν να ικανοποιήσουν ένα δυναμισμό που έχουν μέσα τους, - και που δεν εκπληρώνεται βαθειά αυτό ο πόθος τους, γιατί δεν έτυχαν αυτή της αγωγής της θεώσεως -, και βιαιότητες κατά των συνανθρώπων τους.
Η πλειονότης των νέων, και όχι μόνο, τον πολύτιμο χρόνο της ζωής τους και τις δυνάμεις τους, που έδωσε ο Θεός για την επιτυχία στον σκοπό της θεώσεως, τα κατασπαταλούν στην ηδονοθηρία και σαρκολατρεία, που, με την ανοχή δυστυχώς και της πολιτείας μερικές φορές, γίνονται τα σύγχρονα είδωλα, οι σύγχρονοι "θεοί", προκαλώντας έτσι μεγάλη φθορά στα σώματα και τις ψυχές τους.
Άλλοι ζώντας χωρίς καθόλου ιδανικά κατατρίβονται σε διάφορες άσκοπες, ανούσιες και βλαβερές ασχολίες, άλλοι αισθάνονται απόλαυση τρέχοντας υπέρμετρα στους δρόμους - με τραγικές πολλές φορές καταλήξεις τους τραυματισμούς και τον θάνατο -, κι άλλοι πάλι μετά από περιπλανήσεις παραδίδονται άνευ όρων στην δαιμονική εξάρτηση των ναρκωτικών, την νέα αυτή μάστιγα του αιώνος μας.
Και τέλος αρκετοί, μετά από μια σχετικά σύντομη ζωή, γεμάτη από αποτυχίες και απογοητεύσεις, συνειδητά ή ασυνείδητα δίδουν τέλος στο μαρτύριο της μάταιης αναζητήσεως τους καταφεύγοντας δυστυχώς στην έσχατη μορφή απελπισίας, την αυτοκτονία.
Δεν είναι αλήτες όλα αυτά τα παιδιά που καταφεύγουν σ' αυτά τα παράλογα και τραγικά. Είναι νέοι, παιδιά του Θεού και παιδιά μας, που απογοητευμένα από την υλιστική, αυτάρκη κοινωνία που τους παραδίδουμε, δεν βρίσκουν αυτό για το οποίο έχουν πλασθεί, το αληθινό, το αιώνιο, που δεν τους το δώσαμε και γι' αυτό και το αγνοούν. Αγνοούν τον μεγάλο σκοπό της ζωής του ανθρώπου, την θέωση. Γι' αυτό και μη βρίσκοντας ανάπαυση σε οτιδήποτε άλλο καταφεύγουν στην απελπισία με τις μορφές που αναφέρθηκαν.
Σήμερα αρκετοί Ποιμένες της αγίας Εκκλησίας μας, αρχιερείς ιερείς, πνευματικοί, αλλά και λαϊκοί αδελφοί, από αγάπη ανιδιοτελή αναλώνονται καθημερινώς στην καθοδήγηση των νέων μας με σκοπό την θέωση τους. Τους είμαστε ευγνώμονες για την θυσία και προσφορά τους, για το θεάρεστο αυτό έργο τους, με το οποίο διά της Χάριτος του Θεού σώζονται και αγιάζονται ψυχές υπέρ ων Χριστός απέθανε.
Ταπεινά βοηθεί και συμπαραστέκεται στον μεγάλο αυτόν πόνο της Εκκλησίας και το Άγιον Όρος. Το Περιβόλι της Παναγίας μας όντας ένας ιδιαίτερος χώρος αγιασμού και κατά Θεόν ησυχίας, απολαμβάνει την ευλογία της θεώσεως, ζει την κοινωνία του Θεού, έχει έντονη και εναργή την εμπειρία της Χάριτος Του, του Φωτός Του. Γι' αυτό και πολλοί συνάνθρωποι μας, στην πλειοψηφία τους νέοι, ωφελούνται, ενισχύονται, αναγεννώνται εν Χριστώ με κάποιο προσκύνημα τους στον Άθωνα ή και διατηρώντας πιο ιδιαίτερους δεσμούς μαζί του. Κι έτσι χαίρονται τον Θεό στην ζωή τους και αρχίζουν να καταλαβαίνουν τι είναι Ορθοδοξία, Χριστιανική ζωή, αγώνας πνευματικός, και τι χαρά και μεγάλο νόημα δίδουν αυτά στην ύπαρξη τους. Γεύονται δηλαδή κάτι από το μεγάλο δώρο αυτό του Θεού στον άνθρωπο, την θέωση.
Ας μη ξεχνούμε λοιπόν όλοι οι Ποιμένες της Εκκλησίας, οι θεολόγοι, οι κατηχηταί, την αγωγή της θεώσεως διά της οποίας οι νέοι άνθρωποι, αλλά και όλοι εμείς οι ταπεινοί, με την Χάρι του Θεού και μέσα στον καθημερινό μας αγώνα, τον αγώνα της μετανοίας και της τηρήσεως των αγίων εντολών Του, αποκτούμε την δυνατότητα να απολαύσουμε αυτή την ευλογία του Θεού, την ένωση μαζί Του, να χαρούμε πολύ δυνατά σ' αυτήν την ζωή, αλλά και να κερδίσουμε την αιώνιο ευτυχία και μακαριότητα.
Ας ευχαριστήσουμε συνεχώς τον άγιο Κύριο για το δώρο της αγάπης Του. Στην δική Του αγάπη ας ανταποκριθούμε με την δική μας αγάπη. Ο Κύριος θέλει και ποθεί να θεωθούμε. Γι' αυτόν τον σκοπό άλλωστε έγινε άνθρωπος και απέθανε επί του σταυρού. Για να λάμπει ως ήλιος εν μέσω ήλιων, ως Θεός εν μέσω θεών.




(Το βιβλίον "Η θέωσις ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου" του Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Καθηγούμενου της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, τυπώθηκε τον Μάιο του 2005 σε 5.000 αντίτυπα από τις γραφικές τέχνες - εκδόσεις "Μυγδόνια" (Δαβάκη 18 τ.κ. 570 09 Καλοχώρι Θεσσαλονίκης Τηλ: 2310 754 254) ως έκδοση της Ιεράς μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους - Άθω.)


(Πηγή: www.ixthis.gr)