Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων-

Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων-
Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση
Jean-Claude Larchet
τομ . Α΄ εκδ . Αποστολική Διακονία,
Αθήνα 2008, μτφ . Χ. Κούλας, σελ. 7-17
Η θέωση του ανθρώπου είναι ο σκοπός του Χριστιανισμού. «Αὐτός (=ο Θεός) γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»: μ' αυτή τη διατύπωση, οι Πατέρες (1) ανακεφαλαίωσαν το νόημα της Σαρκώσεως του Λόγου, πολλές φορές ανά τους αιώνες.
Ενώνοντας στο θεϊκό Του πρόσωπο τη θεία φύση με την ανθρώπινη φύση, ασυγχύτως και αχωρίστως , ο Χριστός επανέφερε στην αρχέγονη κατάσταση την ανθρώπινη φύση, εμφανιζόμενος, κατ' αυτό τον τρόπο, ως ο Νέος Αδάμ. Επιπλέον, οδήγησε τη φύση του ανθρώπου στην τελείωση, για την οποία προορίζεται: την τέλεια ομοίωση προς το Θεό, την κοινωνία με τη θεία φύση (Β' Πέτρ . 1,4). Μέσα στην Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, έχει δοθεί σε κάθε άνθρωπο, που θα ενωθεί μαζί Του δια του Αγίου Πνεύματος, η δωρεά να γίνει θεός κατά χάρη.
Η Οικονομία της Αγίας Τριάδος έχει σκοπό τη θέωση του ανθρώπου και δια του θεούμενου ανθρώπου την ένωση όλων των δημιουργημάτων με το Θεό (2) . Η αγιοτριαδική Οικονομία, το καθεαυτό λυτρωτικό έργο του Χριστού, που συνίσταται ειδικότερα από το πάθος Του, το θάνατο Του και την Ανάσταση Του, αποτελεί την κρίσιμη στιγμή της σωτηρίας μας: με τη θεία Οικονομία ο Θεάνθρωπος απελευθέρωσε τη φύση του ανθρώπου από την τυραννία του διαβόλου και των δαιμόνων, εξαφάνισε τη δύναμη της αμαρτίας και νίκησε το θάνατο. Κατάργησε έτσι όλους τους φραγμούς που, μετά το προπατορικό αμάρτημα, χώριζαν τον άνθρωπο από το Θεό και τον εμπόδιζαν να ενωθεί ολοκληρωτικά μαζί Του.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 
 
 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
(Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη) 

α) Έννοια του όρου «Εκκλησία»

Ο όρος «Εκκλησία» στην αρχαιοελληνική του έννοια προερχόμενος από το ρήμα εκκαλώ δηλώνει τη συγκέντρωση και τη συνάθροιση πολιτών, προκειμένου να συσκεφθούν και να συναποφασίσουν για διάφορα σημαντικά ζητήματα. Στη Π. Διαθήκη αποκτά την έννοια της απλής συνάθροισης του Ισραηλιτικού λαού για θρησκευτικά, πολιτικά ή στρατιωτικά θέματα. Ωστόσο στο ίδιο κείμενο (της Π.Δ.) η λέξη «Εκκλησία» δηλώνει και το περιούσιο λαό του Θεού, τον Ισραήλ. Στη Κ. Διαθήκη ο όρος «Εκκλησία» σημαίνει πλέον τη σύνταξη εκείνων που πιστεύουν στο Χριστό, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται και ως βασιλεία, νύμφη, παστάς, άμπελος, λιμήν, πόλις, σύνοδος κ.λπ.
Παρ΄ όλα αυτά, η απόπειρα του να δοθεί ορισμός για το τι είναι Εκκλησία καθίσταται δυσχερέστατη αφού πρόκειται περί μυστηρίου. Και τούτο συμβαίνει γιατί η Εκκλησία έχει με αϊδιο τρόπο την αρχή της στο Τριαδικό Θεό, ενώ ταυτόχρονα είναι συνδεδεμένη μαζί του με μία σχέση αδιάσπαστη και άκρως αγαπητική. Ο ανθρώπινος νους δεν έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει αυτή τη σχέση Θεού - Εκκλησίας γιατί είναι μία υπέρλογη πραγματικότητα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την αισθανθεί εμπειρικά, πλησιάζοντάς την μέσα από τις περιγραφικές εικόνες που της αποδίδουν οι πατέρες της πίστης μας.
Ο απόστολος Παύλος στις Επιστολές του προς τους Χριστιανούς της Εφέσσου, της Κορίνθου, της Ρώμης και των Κολασαέων, παρουσιάζει την Εκκλησία με τα εξής χαρακτηριστικά: Είναι το σώμα του Ιησού Χριστού που έχει ως κεφαλή αυτόν τον ίδιο το Χριστό. Μέλη αυτού του σώματος είναι όλοι οι βαπτισμένοι Χριστιανοί, οι οποίοι βρίσκονται σε οργανική σχέση και εξάρτηση τόσο προς τη κεφαλή τους, δηλ. το Χριστό, όσο και μεταξύ τους. Κοινός σκοπός των μελών της εκκλησίας είναι ο αγιασμός που συντελείται με τη συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και με την έμπρακτη έκφραση της αγάπης στις μεταξύ τους σχέσεις. 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ




ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου 
1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, παρά τίς μικρές καί μή οὐσιαστικές διαφορές, εἶχαν πάντοτε κοινωνία μέ τούς Ἐπισκόπους τῆς Νέας Ρώμης καί τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς μέχρι τό 1009-1014, ὅταν γιά πρώτη φορά κατέλαβαν τόν θρόνο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οἱ Φράγκοι Ἐπίσκοποι. Μέχρι τό 1009 οἱ Πάπες τῆς Ρώμης καί οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦσαν ἑνωμένοι στόν κοινό ἀγώνα ἐναντίον τῶν Φράγκων Ἡγεμόνων καί Ἐπισκόπων, ἀλλά καί τῶν κατά καιρούς αἱρετικῶν.

2. Οἱ Φράγκοι στήν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τό 794 κατεδίκασαν τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἐπίσης τό 809 οἱ Φράγκοι εἰσήγαγαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque, τήν διδασκαλία δηλαδή περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Αὐτήν τήν εἰσαγωγή κατεδίκασε τότε καί ὁ ὀρθόδοξος Πάπας τῆς Ρώμης. Στήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Μεγάλου Φωτίου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου Πάπα τῆς Ρώμης, κατεδίκασαν ὅσους εἶχαν καταδικάσει τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὅσους προσέθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque. Ὅμως γιά πρώτη φορά ὁ Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ´ τό 1009 στήν ἐνθρονιστήρια ἐπιστολή του προσέθεσε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque καί ὁ Πάπας Βενέδικτος Η´ εἰσήγαγε τό Πιστεύω μέ τό Filioque στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ὁ Πάπας διεγράφη ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
3. Ἡ βασική διαφορά μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Παπισμοῦ βρίσκεται στήν διδασκαλία περί τῆς ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἄκτιστη οὐσία καί ἄκτιστη ἐνέργεια καί ὅτι ὁ Θεός ἔρχεται σέ κοινωνία μέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἐν τούτοις οἱ Παπικοί πιστεύουν ὅτι στόν Θεό ἡ ἄκτιστη οὐσία ταυτίζεται μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του (actus purus) καί ὅτι ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο διά τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν Του, δηλαδή ἰσχυρίζονται ὅτι στόν Θεό ὑπάρχουν καί κτιστές ἐνέργειες. Ὁπότε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῆς ὁποίας ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς κτιστή ἐνέργεια. Ἀλλά ἔτσι δέν μπορεῖ νά ἁγιασθῆ.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Διαβόλου

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Διαβόλου
πατρός Ἀγαθαγγέλου Κ. Χαραμαντίδη



Κατά τήν βιβλιοπατερική παράδοση ὁ διάβολος δέν εἶναι προσωποποίηση τῶν παθῶν, ἀλλά πρόσωπο πού δημιουργήθηκε ἀπό τό Θεό ὡς ἄγγελος καί ὅταν ἔχασε τήν κοινωνία μαζί του ἔγινε σκοτεινό πνεῦμα, διάβολος. Ὁ διάβολος, ὡς πρόσωπο, ἔχει αὐτεξούσιο, δηλ. ἐλευθερία, τήν ὁποία δέν παραβιάζει, οὔτε καταργεῖ ὁ Θεός.
Τό μυστήριο τῆς ἀνομίας ἐνεργεῖται στήν ἱστορία, ὁ διάβολος ἐξακολουθεῖ νά γεννᾶ τό κακό καί νά κάνει τό καταστροφικό του ἔργο ἀπό τή στιγμή πού ἐμφανίσθηκε ἡ Ἐκκλησία. Ἡ βιβλική καί πατερική παράδοση, ἔξω ἀπό κάθε θεωρητική καί ἠθική θεώρηση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, μιλᾶ γιά τόν πονηρό ἀντίπαλο τοῦ Θεοῦ καί τόν ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ διάβολος στόν ὁποῖο ὑπάρχει μόνο ἡ ἄρνηση καί ὁ ὁποῖος καταστρέφει καί νεκρώνει τά πάντα, γιατί εἶναι πνεῦμα νεκρότητας κατ' ἀποβολήν τῆς ὄντως ζωῆς.
Συνεπῶς ὁ διάβολος εἶναι μιά συγκεκριμένη ὀντότητα, μιά συγκεκριμένη ὕπαρξη. Εἰσέρχεται μέ τήν ὕβρη, τήν οἴηση καί τήν πλάνη στήν ἱστορία, ὡς θεοκτόνος καί ἀνθρωποκτόνος, σάν ἡ ἀπάτη καί τό ψέμα τοῦ μηδενός, σάν τό παράσιτο πού παρωδῆ καί περιπαίζει τή δημιουργία καί τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἁμαρτία, τά πάθη, ὁ θάνατος εἶναι τό κακό πού ἐκεῖνος γεννᾶ μέ τή διαστροφή καί τό μῖσος του καί πάνω στό ὁποῖο ἀσκεῖ τήν ἐξουσία καί κυριαρχία του. Τό κακό δέν εἶναι ἄθροισμα ἀνθρωπίνων πράξεων, ἀλλά μία ἐνεργός πρόκληση πού ἔχει τή ρίζα της στή δαιμονική ἀρχή, σέ μία ἀρχή δηλαδή ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τή φύση του καί πού ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία μπορεῖ νά δέχεται ἤ νά ἀρνεῖται.
Ὁ διάβολος προῆλθε ἀπό τή βούληση καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Οἱ δαίμονες δέν δημιουργήθηκαν δαίμονες ἀπό τό Θεό ἐξ ἀρχῆς, γιατί ὁ Θεός δέν δημιούργησε τό κακό, ἀφοῦ τά πάντα ἐποίησε καλά λίαν. Ἐδημιουργήθηκαν ἄκακοι κατά τήν οὐσία καί τή φύση τους, ἐλεύθεροι, ἀνεξάρτητοι καί αὐτεξούσιοι κατά τή θέληση καί ἐπιθυμία τους, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μέ τούς ἀγγέλους. Μετά δέ τήν οἰκειοθελῆ πτώση τους ἀπό τήν ἀλαζονεία τους τά λεπτά, ἀερώδη καί ἄχραντα σώματά τους μετεβλήθησαν σέ ζοφώδη καί ἄμαυρα, ἔνυλα καί ἐμπαθῆ.

Παύλος, ο απόστολος της καινής κτίσεως

Παύλος, ο απόστολος της καινής κτίσεως
Ιακώβου, Επισκόπου Θαυμακού -
Καθηγουμένου Ι. Μονής Ασωμάτων Πετράκη
«Ιδού γέγονε καινά τα πάντα»
(Β' Κορ . 5,17)
Από τις πρώτες ήδη δημόσιες εμφανίσεις Του, ο Κύριος Ιησούς προκαλούσε μοναδική εντύπωση στους ακροατές Του, αφού όλα τα θεία Του ρήματα ήταν λόγια πρωτάκουστα, τα οποία ευαγγελίζοντο την «καινήν κτίσιν» (1) ήταν, μέσα σε μία κοινωνία βυθισμένη σε απελπιστικό σκοτάδι, «ρήματα ζωής αιωνίου» (2.)
Γι' αυτό έκπληκτοι οι ακροατές του, όπως διασώζει ο Ευαγγελιστής Μάρκος, διερωτώντο: «Τι έστι τούτο; Τις η διδαχή η καινή αύτη ;» (3).
Ανάλογη ήταν περίπου και η εντύπωση που προκαλούσε και ο λόγος των ιερών Αποστόλων, όταν, μετά την αγία Πεντηκοστή, υπείκοντες στην εντολή του Διδασκάλου «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και διασχίζοντας εν μέσω μυρίων αντιξοοτήτων και κινδύνων την τότε οικουμένη, ευηγγελίζοντο ότι δια του Ιησού Χριστού «τα αρχαία παρήλθεν , ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (4) - «εν γαρ Χριστώ Ιησού ισχύει καινή κτίσις» (5).
Ένας εκ των πνευματοφόρων και θεοκηρύκων Αποστόλων υπήρξε και ο ' Αγιος Παύλος, ο οποίος, μετά την κλήση της Δαμασκού, έγινε από διώκτης «κλητός Απόστολος Ιησού Χριστού» (6) και θερμουργός και διαπρύσιος κήρυκας του Ευαγγελίου. Περιφέροντας «τα λείψανα της αρρωστίας του» (7) κήρυξε ως το μαρτυρικό του τέλος την «καινήν κτίσιν» (8), «το Ευαγγέλιον της Χάριτος» (9) «μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και πολλών δακρύων και πειρασμών» (10) «εν ασθενεία και εν φόβω και εν τρόμω πολλώ» (11) και ο λόγος και το κήρυγμά του ήταν «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις , αλλ ' εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως» (12). Ιδιαίτερος δέκτης του σωστικού λόγου του Αποστόλου των Εθνών υπήρξε ο τότε Ελληνόφωνος χώρος και κατ' εξοχήν η σημερινή Ελλάδα και γι' αυτό καθηκόντως κατά την εύσημη αυτή ημέρα, η Εκκλησία της Ελλάδος «εν λόγοις , εν συγγραφαίς , εν νοήμασιν , εν θυσίαις , εν εικονίσμασι» (13), τιμά και γεραίρει το Μέγα Απόστολό της και χειραγωγό της εις Χριστόν . Κατ' εξοχήν πράττει τούτο η Αποστολική Εκκλησία των Αθηνών ευγνωμονώντας, γιατί προ χιλίων εννιακοσίων πενήντα (1950) και πλέον ετών, με θεία καθοδήγηση, κατεύθυνε τα βήματά του και εδώ, στην «κατείδωλον» (14) τότε πόλη μας, «και εν τη συναγωγή και εν τη αγορά» (15) και επισημότερα «εν μέσω του Αρείου Πάγου» (16). Ιστάμενος, δηλαδή στο χώρο, στον οποίο και εμείς αυτή την ώρα ευρισκόμεθα , απεκάλυψε τον «ʼγνωστο Θεό», τον οποίο, καίτοι ουσιαστικά «αγνοούντες» (17), τιμούσαν οι αρχαίοι αυτοί πρόγονοί μας.

Οι ανθρωπομορφίτες της αιγυπτιακής ερήμου (1)

Οι ανθρωπομορφίτες της αιγυπτιακής ερήμου (1)
 
Φλορόφκσι Γεωργίου, Θέματα εκκλησιαστικής Ιστορίας,
Θεσσαλονίκη 1979, εκδ. Πουρνάρα, σελ. 105-114
 
Στη δεκάτη του «Διάλεξη» ο Ιωάννης Κασσιανός αναφέρει την ιστορία κάποιου Σαραπίωνος, ενός πολύ διακεκριμένου μονάχου: antiquissimae distinctionis atque in actuali disciplina per omnia consummates (2) . Από απροσεξία, όμως αυτός περιέπεσε στην κακοδοξία των «Ανθρωπομορφιτών». Ηταν μεγάλο σκάνδαλο για την κοινότητα. Όλες οι προσπάθειες έγιναν για να επαναφέρουν τον Σαραπίωνα στην ορθή οδό. Φαίνεται ότι το κύριο θέμα εν προκειμένω ήταν το θέμα ορισμένων απαραδέκτων συνηθειών στη λατρεία. Αλλά ενυπήρχαν επίσης και ορισμένα ζητήματα ερμηνείας. Εκείνη την εποχή, κάποιος Πλωτίνος, διάκονος άπό την Καππαδοκία και άνθρωπος με βαθειά μόρφωση, έμεινε μαζί με τους αδελφούς. Του ζητήθηκε η γνώμη του για τη σημασία της αγιογραφικής φράσεως: ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν θεού». Με ευφράδεια και λεπτομερή ανάλυση, ο Πλωτίνος εξήγησε ότι στην Ανατολή «όλοι οι ηγούμενοι των εκκλησιών» συνήθιζαν να ερμηνεύουν αυτή τη φράση «πνευματικώς» - non secundum humilem litterae sonum, sed spiritualiter (3) . Τελικά, ο Σαραπίων πείσθηκε να σταματήση τις εσφαλμένες του συνήθειες κατά τη λατρεία. Στενοχωρήθηκε όμως πάρα πολύ από τη νέα μέθοδο. Αισθάνθηκε μεγάλη ταραχή και σύγχυση, όταν, όπως αναφέρεται, «η ανθρωπομορφική εικόνα του Θεού, που συνήθιζε να θέτη μπροστά του κατά την ώρα της προσευχής, απομακρύνθηκε από την καρδιά του». Με μεγάλη απελπισία, πέφτοντας με το πρόσωπο στο έδαφος, κλαίγοντας και αναστενάζοντας, παραπονιόταν: «μου πήραν τον Θεό μου και δεν έχω τώρα κανέναν να κυττάζω και δεν ξέρω ποιόν να λατρεύω και σε ποιόν να απευθύνωμαι» - « tulerunt a me Deum meum, et quem nunc teneam non habeo vel quem adorem aut intepellem jam nescio ( Coll. X, 3, 288- 289 Petchenig ).
Ποια είναι η σημασία αυτού του εκπληκτικού επεισοδίου; Τι ήσαν, στην πραγματικότητα, εκείνες οι «ανθρωπομορφικές» συνήθειες στις οποίεςς ο ατυχής Σαραπίων είχε αφοσιωθή, και τις οποίες πείσθηκε να μη χρησιμοποιή; Ποιο ήταν το θέμα που τον στενοχωρούσε και του προκαλούσε σύγχυση;

Το πρόβλημα της Θεοδικίας κατά την αρχαίαν ελληνικήν φιλοσοφίαν

Το πρόβλημα της Θεοδικίας κατά την αρχαίαν ελληνικήν φιλοσοφίαν
Κωνσταντίνου Γ. Α. Νιάρχου, Χριστόδουλος,
Αφιερωματικός Τόμος,
εκδ. Ιεράς Συνόδου, Αθήνα 2010, σελ. 871-890
 
Ορισμός της θεοδικίας
Είναι, αναντίρρητος αλήθεια ότι ο πόνος και το κακόν, εξ επόψεως ηθικής και φυσικής δομής και προελεύσεως, ως δύναμις αντίθετος προς την έμφυτον ορμήν της της ζωής και της αυτοσυντηρησίας, απειλούν ν' αποδυναμώσουν την ισχύν της βουλήσεως και να παραλύσουν την εγκαρτέρησιν, με περαιτέρω αποσυνθετικάς επί του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου επιπτώσεις.
Το πρόβλημα του πόνου και του κακού εις τον κόσμον απησχόλησεν τους διανοητάς από αρχαιοτάτων χρόνων. Τινές εξ αυτών, υπό την επίδρασιν των δεινοπαθημάτων τού ανθρωπίνου βίου, ωδηγήθησαν εις την απόγνωσιν και την απελπισίαν, πλάσαντες θεόν επικούρειον, μακαρίως ρέγχοντα εις τα βάθη του ουρανού και μηδαμώς υπέρ των ανθρώπων ενδιαφερόμενον, άλλοι δε εξέλαβον τον πόνον και το κακόν ως παιδαγωγικόν μέσον προς ανύψωσιν, πιστεύσαντες εις θεόν προνοητήν, δίκαιον και ενδιαφερόμενον δια τον κόσμον και την κορωνίδα της δημιουργίας, δηλονότι τον άνθρωπον ιδιαιτέρως.
Τα εκ τε του πόνου και του κακού πλήγματα, τα οποία κυριαρχούν επί του ψυχοσωματικού κόσμου των ανθρώπων δεν κατέστη δυνατόν εν τε τη αρχαιότητι και τη νεωτέρα εποχή επαρκώς να ερμηνευθούν, διο και αι γνώμαι των σοφών ελάχιστον βάλσαμον παρηγοριάς προσέφεραν εις τους έχοντας αυτήν ανάγκην. Ποικίλαι ερμηνείαι διετυπώθησαν, αλλά πάντοτε παρενέβαινεν η προσωπική σχέσις των ανθρώπων μετά του απολύτου όντος της πίστεως των, προς ην κατέφευγον, εκόντες ακόντες.