Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής

Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής
 
Όλγα Στασινοπούλου
 
Το Ανθρώπινο Πρόσωπο - Τομή στην ατομοκεντρική κοινωνία.
Διανύουμε μία περίοδο επικράτησης του ατομικισμού, του «εγώ» έναντι του «εμείς». Μία εποχή ειδωλολατρική με έκδηλο «φετιχισμό» όπου στα πράγματα αποδίδονται φανταστικές ιδιότητες κοινωνικών σχέσεων, ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις «πραγμοποιούνται». 1
Η πολυσυζητημένη πλέον παγκοσμιοποίηση προσεγγίζεται μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, όχι ως μορφή κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως αυτονομημένη δύναμη, ως πράγματα και καταστάσεις που μας επιβάλλονται και καλούμαστε να διαχειριστούμε. Το δικαίωμα στην ευημερία προβάλλεται κυρίως ως δικαίωμα στην ελευθερία επιλογής του ατόμου στα πλαίσια ενός κυρίαρχου καταναλωτικού προτύπου Βιώνουμε την αποθέωση και συνάμα την αποστέωση του ατόμου και αυτό σηματοδοτεί ένα από τα πιο σοβαρά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος με την αλαζονεία της τεχνολογικά εξοπλισμένης δύναμης άκρως εκκοσμικευμένων κοινωνιών των οποίων η άλλη όψη είναι η φυσική και ηθική εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: Καταστροφή του περιβάλλοντος και της οικολογικής ισορροπίας με τα συνακόλουθα «ακραία» φυσικά φαινόμενα, νέες μορφές πολέμου και κατάφωρη καταπάτηση ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων, ουσιαστική κατάργηση του ατόμου ως υπαρκτής οντότητας, στο μεσουράνημα του ως γενικής και αφηρημένης κατηγορίας χρήσιμης για στατιστικές μελέτες και οικονομικά μεγέθη.
Η κοινωνική πολιτική καλείται να συμβάλλει στη διαχείριση αυτών των προβλημάτων, σε συνθήκες αποδόμησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, με συρρίκνωση της κρατικής παροχής και αποδυνάμωση των ανεπίσημων δικτύων-ροντίδας στον οικιακό χώρο και την τοπική κοινότητα.
Ωστόσο, ενάντια στην ζοφερή αυτή εικόνα υπάρχει ο αντί - λόγος, η αντί - στάση. Πηγάζει κυρίως από κάτω, από κοινωνικά κινήματα και πρωτοβουλίες πολιτών, αλλά, επίσης, προσωπικούς, άγνωστους αγώνες της καθημερινής ζωής.

Η Θρησκευτική κοινωνικοποίησις κατά τον M . Weber

Η Θρησκευτική κοινωνικοποίησις κατά τον M . Weber
A. K. Παπαντωνίου, Θεολογία ΜΗ, 1977, σελ. 532-545
Μετά την ανάλυσιν της κοινωνικής δραστηριότητος επιθυμούμεν να εκθέσωμεν παραδειγματικώς, πως ο Weber εφαρμόζει τας προεκτεθείσας θεωρητικάς αρχάς του εις το πρακτικόν έργον της κοινωνιολογικής αναλύσεως, χρησιμοποιούντες ως παρά- δειγμα τας θρησκειοκοινω- νιολογικάς του έρευνας (1). Η εκλογή των θρησκειοκοινω-νιολογικών δοκιμίων ως παραδείγματος δεν είναι τυχαία. Ο Weber είναι ο ιδρυτής και κλασσικός της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, ο οποίος εξακολουθεί μέχρι και σήμερον ν' ασκή αποφασι-στικήν επίδρασιν επί της διαμορφώσεως και εξελίξεως του νεοπαγούς τούτου κλάδου. Εξ άλλου τα θρησκειοκοινωνιολογικά δοκίμια οροθετούν την από του 1904 σημειωθείσαν στροφήν του Weber προς την κοινωνιολογίαν, εκφράζουν τας αντιλήψεις του συγγραφέως κατά τρόπον σαφή και φέρουν τον μελετητήν εις επαφήν με διαστάσεις της βεμπεριανής σκέψεως εντελώς απαραιτήτους δια την κατανόησιν των θεωρητικών του δοκιμίων.
Αι εργασίαι αύται, και μάλιστα αι σχετιζόμεναι με την περίφημον «προτεσταντικήν θέσιν», πολλάκις πολλαπλώς παρενοήθησαν και εκρίθησαν κατά τρόπον άδικον, αξιολογικώς φορτισμένον και μονομερή (2). Ενίοτε η κριτική εστράφη και εναντίον του προσώπου του Weber, είτε δια της αναγωγής των στάσεων και ιδεών του εις ψυχολογικά προβλήματα της νεότητος αυτού (3), είτε δια της επικλήσεως του αυτοχαρακτηρισμού του ως «θρησκευτικώς αμούσου» (4). Εκρίθη ότι ερευνητής, του οποίου αι θρησκευτικαί χορδαί ουδέποτε εδονήθησαν υπό θρησκευτικής συγκινήσεως, είναι εντελώς ακατάλληλος δια να κατανόηση την βαθυτάτην ουσίαν του φαινομένου της θρησκείας και δεν δύναται να προσέγγιση και διαπραγματευθή ταύτην, παρά μόνον καθαρώς εγκεφαλικώς και νοησιαρχικώς.

Μία σύντομη θεολογική θεώρηση της θεωρίας της Εξελίξεως

Μία σύντομη θεολογική θεώρηση της θεωρίας της Εξελίξεως
(Η ειδική προσφορά της προς Εβραίους Επιστολής)
Παν. Ι. Μπούμη, Κοινωνία Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1985,
σελ. 326-351
 
1. Προεισαγωγικά
Εν πρώτοις θα πρέπει νά διευκρινήσουμε, ότι δεν επιγράφουμε το άρθρο μας αυτό «θεώρηση της θεωρίας του Δαρβίνου», αλλά «θεώρηση της θεωρίας της εξελίξεως», γιατί οι αρχικές θέσεις του Δαρβίνου στη θεωρία αύτη εδοκίμασαν εν συνεχεία τόσες πολλές αναθεωρήσεις, τροποποιήσεις, διορθώσεις και προσθήκες, ώστε πολλοί να ομιλούν και «περί εξελίξεως της θεωρίας της εξελίξεως» (1). Έτσι σήμερα έχουμε φτάσει στον κλασσικό νεοδαρβινισμό (ή τη συνθετική θεωρία), με κυρίους εκπροσώπους τους Dobzhansky, Mayr και Simpson, και το συντηρητικό νεοδαρβινισμό (ή δαρβινισμό των κοινωνιολόγων) με κυρίους εκπροσώπους τους Wilson, Trivers, Dawkins και Smith, με κατάληξη το μοντέλο «των διαλειπουσών ισορροπιών» των J. Gould, Niles Eldredge, Carson κ.ά., οι οποίοι αποκλίνουν μάλλον προς τη θεωρία της τύχης, την άποψη δηλαδή των τυχαίων και αιφνίδιων συμβάντων και μεταβολών.
 
2. Οι πρώτες πληροφορίες της Αγ. Γραφής (Γενέσεως)
Έπειτα από τα ολίγα αυτά προκαταρκτικά, ας καταφύγουμε (είμαστε άλλωστε υποχρεωμένοι ως Θεολόγοι και σύμφωνα με την επικεφαλίδα του άρθρου μας νά καταφύγουμε) στο πρώτο κεφάλαιο της «Γενέσεως» και γενικότερα της Αγ. Γραφής, στο οποίο γίνεται λόγος για τη δημιουργία του κόσμου, αψύχου και εμψύχου, ανόργανου και οργανικού, για να δούμε τί μας αποκαλύπτει επάνω στο θέμα που μας απασχολεί. Εκεί θα διαπιστώσουμε ότι ο Δημιουργός Θεός επενέβαινε κατά διαστήματα («ημέρα πρώτη..., ημέρα τρίτη..., ημέρα πέμπτη»), προκειμένου νά εμφανισθούν τα διάφορα άψυχα και έμψυχα όντα επάνω στον πλανήτη μας. Πιο συγκεκριμένα η Γένεσις λέει (2):

Ο θάνατος του Θεού και η Ανάσταση του ανθρώπου

Ο θάνατος του Θεού και η Ανάσταση του ανθρώπου
Παν. Νέλλα, Κοινωνία
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1974, σελ. 350- 363
Ο θάνατος του Θεου είναι ένα από τα κεντρικά θέματα όχι μόνο της σύγχρονης Δυτικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, αλλά και της ίδιας της Θεολογίας. Τα τελευταία χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ' αυτό, ανέβηκαν έργα στο θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, το θέμα ξέφυγε από τα μελετητήρια των ειδικών και απασχολεί το ευρύτερο κοινό. Το άρθρο τούτο έχει σκοπό να δώση, στην αρχή, μια γενική ενημέρωση και μια ερμηνεία για το φαινόμενο, και να προσπαθήση στη συνέχεια, αφού το τοποθετήση με βάση τα ορθόδοξα κριτήρια, να σκιαγράφηση τη συμβολή, που θα μπορούσε να προαναφέρη η Ορθοδοξία συμμετέχοντας στη σχετική συζήτηση.
Στο χώρο της φιλοσοφίας το θέμα αρχίζει με το Νίτσε, για τον οποίο, όπως είναι γνωστό ο θάνατος του Θεού αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα είναι ταυτόσημος. Με την ανατροπή όλων των αξιών, ολόκληρης της υπεραισθητής περιοχής, σύμπαντος του κόσμου των ιδεών και των ιδανικών. Μοναδική και υψίστη αξία μένει για το Νίτσε ο άνθρωπος, ο «υπεράνθρωπος»: Πού είναι ο Θεός; γράφει ήδη στα 1882. Θα σας το πω εγώ. Τον σκοτώσαμε. Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός είναι νεκρός... ο Θεός θα μείνη νεκρός. Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;».
Ο Νίτσε στην εποχή του αναγκάζεται να βάλη τα λόγια αυτά στο στόμα ενός τρελλού ανθρώπου. Αλλά ο Σάρτρ επαναλαμβάνει με πλήρη άνεση το ίδιο κήρυγμα κατά την έναρξη του Β' παγκόσμιου πολέμου, μιλώντας σε μια δημόσια συγκέντρωση στη Γενεύη: «Κύριοι, ο Θεός πέθανε. Σας αναγγέλλω, κύριοι, το θάνατο του Θεού».
Το τι σημαίνει για την άθεη υπαρξιακή φιλοσοφία ο θάνατος του Θεού μας το αποκαλύπτει με ενάργεια η αντίστοιχη λογοτεχνία. Αφού δεν υπάρχει θεός, άρα δέν υπάρχει παρά η βιολογική ζωή. Με διονυσιακή αγαλλίαση ο Καμύ υμνεί στα πρώτα του έργα το μεγαλείο και τη χαρά αυτής της ζωής· την ομορφιά που κλείνει μέσα της μια ζεστή μέρα στην ακροθαλασιά, μια χειμωνιάτικη νύχτα, που η οικογένεια είναι μαζεμένη γύρω στη φωτιά. Αλλά η βιολογική ζωή είναι η «εν φθορά» ζωή και ο ίδιος ο Καμύ, όσο προχωρεί , ανακαλύπτει μέσα στη ζωή το σαράκι αυτό της φθοράς, που κλέβει τη χαρά, που απομυζά την ουσία και αφίνει ανούσια και ανόητη τη ζωή, που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο την αίσθηση του χάους και του κενού, πράγμα που τόσο έντονα περιγράφεται στον «Ξένο», και που ο Σάρτρ με τόση επιτυχία, ονομάζει στο ομώνυμο έργο του «Ναυτία».

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΛΑΜ 1961 ΜΗΤΡ ΦΛΩΡ ΑΥΓΟΥΣΤ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Ποιοί καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. ψήφισαν ΝΑΙ και ποιοι ΟΧΙ, στην ίδρυση Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών;
 


"ΘΑΥΜΑΣΤΕ" ΤΟΥΣ 23 ΙΟΥΔΕΣ ΙΣΚΑΡΙΩΤΕΣ-ΙΣΛΑΜΟΛΑΓΝΟΥΣ-ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΜΑΣ!

 [Ποιοί καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. ψήφισαν ΝΑΙ και ποιοι ΟΧΙ, στην ίδρυση Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών;]





[ΕΝΑ ΘΕΡΜΟ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ ΣΤΟΥΣ ΙΣΛΑΜΟΛΑΓΝΟΥΣ  23  ΙΟΥΔΕΣ ΙΣΚΑΡΙΩΤΕΣ –ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ- ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΜΑΣ! ΑΙΣΧΟΣ ΚΑΙ ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥΣ!!! Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΓΡΑΨΕΙ  ΑΙΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ  ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ!]



ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ


Την Παρασκευή 7.3.2014 σε Γενική Συνέλευση του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συζητήθηκε το θέμα της δημιουργίας Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών. Η πλειοψηφία των μελών ΔΕΠ που συμμετείχαν στη σχετική ψηφοφορία που ακολούθησε υπερψήφισε τη σχετική πρόταση. Το ιστολόγιό «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ» δημοσιεύει ονομαστικά το αποτέλεσμα της Ψηφοφορίας.

Το πρώτο στάδιο της Ευχής - Απαντήσεις σε ερωτήσεις

Το πρώτο στάδιο της Ευχής - Απαντήσεις σε ερωτήσεις



Το πρώτο στάδιο της Ευχής - Απαντήσεις σε ερωτήσεις
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ -  ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 
Στήν προηγούμενή μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀναφερθήκαμε, ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, σέ κάποιες κύριες προϋποθέσεις πού πρέπει ἀπαραιτήτως νά ἐκπληρώνη ἡ προσευχή μας, οὕτως ὥστε αὐτή νά εἶναι ὄντως θεάρεστη. Αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς: Κατ᾽ ἀρχάς, νά εἶναι ἡ προσευχή μας τελωνική, νά μήν ὑπάρχη ἐχθρότητα πρός τόν συνάνθρωπο, νά γίνωνται, παράλληλα μέ τήν προσευχή, πνευματικές καί ὑλικές ἐλεημοσύνες καί νά ἔχωμε, πρό πάντων, καρδίαν ἐλεήμονα πρός ὅλη τήν κτίσι. Ἐπίσης, ἄλλες προϋποθέσεις πού ἀνεφέραμε εἶναι ἡ νηστεία, μέ τήν στενή καί τήν εὐρεῖα ἔννοια, ἡ ἀσκητική τῆς Ὀρθοδοξίας μετά διακρίσεως, τά αἰτήματά μας νά εἶναι πνευματικῶν διαστάσεων, ἡ πίστις μας εἰς τήν θεία Πρόνοια, ἡ ὀρθή πίστις, ἡ καρτεροψυχία, ἡ ὑπομονή καί ἄλλα.
Μετά, ἀναφερθήκαμε στήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι εἶναι ἡ πιό δραστική μέθοδος προσευχῆς ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν, τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου. Ἐπίσης εἴπαμε ὅτι τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με'', ὄχι ὅμως σύμφωνα μέ τήν δική μας κρίσι, ἀλλά σύμφωνα μέ τό ἀλάνθαστο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τό πνευματικό μας δηλαδή αἰώνιο, τελικό συμφέρον. Καί στό τέλος, ἀπεδείξαμε, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή προορίζεται ἐξ ἴσου καί γιά τούς λαϊκούς. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο γιά τούς μοναχούς. Αὐτά, βέβαια, ἐν περιλήψει, τώρα ἁπλῶς τά ἀναφέραμε.
Πρίν ὅμως προχωρήσωμε παρακάτω, κρίνομε σκόπιμο καί ἀπαραίτητο νά ἀπαντήσωμε σέ κάποιες δικές σας ἀπορίες, ἐφ᾽ ὅσον μᾶς ἐτέθησαν.
Ἡ πρώτη ἀπορία σας, ἄν ἐνθυμῆσθε, ἦταν προφορική: Κάποιος ἐρώτησε, ἄν ''στέκεται'' ἡ εὐχή ἄνευ τῆς ὑπακοῆς. Καί ἀπαντήσαμε, ὅτι σίγουρα καί ἀσφαλῶς δέν ''στέκεται''. Ἀλλά αὐτό ἐξαρτᾶται βέβαια, ἄν κάποιος εἶναι μοναχός, ἀπό τό τί σχέσι ἔχει μέ τόν γέροντά του, ἤ ἄν εἶναι λαϊκός, ἄν ἔχη πνευματικό, κλπ.
Βέβαια, ἕνας πρῶτος καρπός - φωτισμός τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἕνας ἀπό τούς πρώτους μᾶλλον καρπούς αὐτῆς τῆς εὐχῆς ἀσφαλῶς θά εἶναι νά βρῆ κάποιος ἕναν ἔμπειρο, σωστό καί διακριτικό πνευματικό.  Καί ὅταν τόν βρῆ νά κάνη σ᾽ αὐτόν ὑπακοή μέ σωστή διάθεσι, ἐπειδή καί ἡ ὑπακοή πρέπει νά γίνεται ὅπως θέλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Πρέπει νά γίνεται δηλαδή μέ σωστό φρόνημα, γιά νά εἶναι τελικά θεάρεστη καί νά φέρη καρπούς. Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, καί ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές καί δέν πρέπει ἡ προσευχή νά ἀπομονώνεται, διότι ἄν ἀπομονώνεται, ἐρήμην τῶν ἄλλων ἐντολῶν, ὄχι μόνο δέν ἀποφέρει πνευματικούς καρπούς, ἀλλά φέρει, πολλές φορές, καί πάσης φύσεως παρενέργειες, καί πνευματικές, καί ψυχολογικές. Ὁπότε, μέ τήν ἔννοια αὐτή, λέμε ἀπερίφραστα ὅτι εὐχή ἄνευ πνεύματος ὑπακοῆς, χωρίς δηλαδή ὑπακοή στά προστάγματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, δέν νοεῖται.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ο Θεολόγος της αγάπης και συγγραφέας της Αποκάλυψης (26 Σεπτεμβρίου)

          


Ρωσική εικόνα του 18ου αιώνα που απεικονίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο "εν σιωπή".
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Η θεολογία, ως λόγος για κάποιον θεό, απαντά σε διάφορες θρησκείες, ακόμη και στις πρωτόγονες. Στην αρχαία ελληνική σκέψη αναπτύχθηκε η θεολογία, που στηριζόταν στον ανθρώπινο λόγο. Όμως, η χριστιανική θεολογία ως εμπειρία και καταγραφή προσωπικής κοινωνίας με τον Θεό της χριστιανικής αποκαλύψεως, ο οποίος “εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη” (Α΄ Τιμ. 3,16) είναι εντελώς διαφορετική. Πρόκειται για πνευματικό γεγονός άλλης τάξεως.
β) Κι ενώ πολλοί άγιοι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς έγραψαν σπουδαία θεολογικά συγγράμματα, σε τρεις από αυτούς αποδόθηκε το προσωνύμιο “θεολόγος”: στον σήμερα εορταζόμενο Άγιο Ιωάννη Θεολόγο, επιστήθιο φίλο του Κυρίου, τον Γρηγόριο Θεολόγο (4ος αι.) και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (10ος αι.). Και οι τρεις, ενώ έζησαν σε διαφορετικές εποχές, γεύτηκαν την παρουσία του Θεού διά της ακτίστου χάριτος και είχαν ανάλογες πνευματικές εμπειρίες. Εν συνεχεία θεοπνεύστως και απλανώς περιέγραψαν τις εμπειρίες αυτές στα συγγράμματά τους, συχνά με ποιητικό και συμβολικό τρόπο.
γ) Ο Ιωάννης Θεολόγος, ως αγαπημένος μαθητής του Χριστού, βίωσε πολλά θαυμαστά γεγονότα κοντά του. Πολλά από αυτά διέσωσε στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του, ενώ παρέλειψε άλλα. Στην Αποκάλυψη περιγράφει επίσης τα έσχατα ως παρόντα, την ανηφορική πορεία της Εκκλησίας, τη διαρκή πάλη των χριστιανών με τον αρχέκακο όφι, τον διάβολο, και τον θρίαμβο με την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Πάντως, όσα έγραψε αρκούν για να πιστέψουμε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού και “ίνα πιστεύοντες ζωήν έχωμεν εν τω ονόματι αυτού” (βλ. Ιωάν. 20,31).
δ) Αναφέρεται σχετικά στη σημερινή περικοπή: “Υπάρχουν κι άλλα πολλά που έκανε ο Ιησούς, που, αν γραφτούν ένα προς ένα, ούτε ο κόσμος ολόκληρος δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα ‘πρεπε να γραφτούν” (Ιωάν. 21,25). Εδώ σαφώς υπάρχει κάποια υπερβολή, που φανερώνει το πλήθος των πεπραγμένων από τον Κύριο, όπως σημειώνει ο ερμηνευτής Ζιγαβινός. Κι από την άλλη επισημαίνει ότι, “ου χωρεί αυτά ο κόσμος… ου διά πλήθος συγγραμμάτων, αλλά διά μέγεθος πραγμάτων”!
ε) Και πράγματι, πώς να κατανοήσει κάποιος την πνευματική δύναμη της χριστιανικής αγάπης, την οποία περιγράφει ο Ιωάννης στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του, όταν καθημερινά δηλητηριάζει τη ζωή του με φθόνο, αδικία και μίσος; Πώς να αντιληφθεί το νόημα της φοβερής, σαγηνευτικής και επίκαιρης Αποκάλυψης, όταν βλέπει τη ζωή του μόνο εγκοσμιοκρατικά και οικονομοκεντρικά; Όμως, ο φιλόκαλος αναγνώστης της, ως μαθητής των αγίων, ασκούμενος με υπομονή κατανοεί ότι, η Εκκλησία ως χώρος χάριτος και αγιασμού πορεύεται εντός της ιστορίας μέσα από πλείστους πειρασμούς, κινδύνους, εμπόδια και δεινά. Κατανοεί επίσης ότι στην Αποκάλυψη καταδικάζεται με δριμύτητα η θεοποίηση κάθε εξουσίας: πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής, όπως σημειώνει σύγχρονος στοχαστής.