Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Άγ. Αμβρόσιος ο Κύπριος, ο κρυμμένος θησαυρός του αγιολογίου



Ο Όσιος Αμβρόσιος, ο Κύπριος

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Νοεμβρίου

Τούς αφανείς ήρωες της πίστεως ο Κύριός μας τους καθιστά εμφανείς, για να δοξάσει τα κατορθώματά τους και να μας διαβεβαιώσει ότι «Ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού» (Εβρ. δ΄ 13). Ο Θεός μας, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 9 ), Αυτός που γνωρίζει τα εσώβαθα των καρδιών μας και το βάθος των λογισμών μας, τιμά και βραβεύει τους ταπεινούς και αφανείς δούλους Του και το μεγάλο βραβείο Του δεν είναι άλλο από το «βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ΄ 14). Καθενός μας βλέπει τα έργα και τις επιθυμίες και τα κρυπτά μας και μας τα ανταποδίδει στα φανερά, κατά το λόγιό Του: «Ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ΄ 4). Άλλωστε, η γνωριμία μας με τους αφανείς ήρωες της πίστεως πολλή ωφέλεια προξενεί στους πιστούς, αφού, όπως λέγει και ο σοφός Σειραχείδης, ποιά ωφέλεια υπάρχει και μπορεί να προέλθει από σοφία κρυμμένη και από θησαυρό που δεν φαίνεται: «Σοφία κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής, τις ωφέλεια εν αμφοτέροις;» (Σοφ. Σειρ. κ΄ 30).
SAmvrosios
Ο Όσιος Αμβρόσιος, ο Κύπριος, είναι ένας κρυμμένος θησαυρός στο κυπριακό αγιολόγιο. Ο πανδαμάτορας χρόνος έφερε στη λήθη τη μνήμη του και τα πνευματικά του παλαίσματα. Το όνομά του προφέρεται από πολλούς ασυναίσθητα, αφού δύο χωριά της Ορθόδοξης Μεγαλονήσου μας φέρουν το όνομά του. Στην πραγματικότητα σήμερα ο Όσιος Αμβρόσιος είναι ένας αφανής, ένας αγνωστος Ασκητής. Δεν γνωρίζουμε τον τόπο της ασκήσεώς του, καθώς και τη χρονολογία που έζησε και ευαρέστησε στο Θεό με τα σύντονα κατορθώματά του. Ασφαλώς νέκρωσε τη σάρκα του με την αδιάκοπη άσκηση και ζώωσε το πνεύμα του. Έδωσε αίμα, για να πάρει πνεύμα.

Άγ. Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής, ο θεόπτης



Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής (23 Δεκεμβρίου)
Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο άγιο Ιεράρχη της Αλεξανδρινής Εκκλησίας του δ΄ αιώνα, που αξιώθηκε πολλές θείες οπτασίες και που ο Μέγας Αθανάσιος μαρτυρεί την αγιότητά του.
Ο Αγαπητός, πατέρας του αγίου, ήταν ο πρώτος άρχοντας της Αλμυροπόλεως της Αιγύπτου. Ο άγιος Νήφων πήγε σε ηλικία οκτώ ετών στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει. Μαζί με τον πόθο για μόρφωση παρουσίαζε και μεγάλη ευλάβεια προς τον Θεό. Παρασύρθηκε όμως σε μια ταραγμένη και άσωτη νεανική ζωή εξαιτίας της απειρίας του. Οι φίλοι του τού θύμιζαν την προηγούμενη χριστιανική του ζωή αλλά ο Νήφωνας παρέμενε στην αμαρτία. Όταν μια νύκτα αποφάσισε να προσευχηθεί ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε μπροστά του ώστε τον παρέλυσε και τον έκανε να πέσει στο κρεβάτι σαν νεκρός. Το πρωί, ελεεινολογώντας τον εαυτό του πήγε στην Εκκλησία και είπε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας : «Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε, μητέρα του ελέους και της ευσπλαχνίας, λυπήσου με και ελέησέ με τον αμαρτωλό». Ο Νήφων ένιωσε μεγάλη παρηγοριά βλέποντας την Θεοτόκο να τον κοιτάζει με βλέμμα ήμερο και ιλαρό και είχε μέσα του την αίσθηση ότι ήταν δυνατή η μετάνοια. Πήγαινε στην Εκκλησία και μετανοούσε μετά από κάθε αμαρτία που έκανε και επέμενε στον αγώνα κατά των παθών νηστεύοντας, αγρυπνώντας και κατηγορώντας τον εαυτό του.
nifkwn1
Στους πολέμους κατά των ακαθάρτων δαιμόνων παρακαλούσε με πολλή θέρμη τον Θεό χρησιμοποιώντας το όνομα του Χριστού και δικά του τεχνάσματα για να αντιμετωπίσει τα τεχνάσματά τους. Ταλαιπωρούσε το σώμα του για να θυμάται τις τιμωρίες της κολάσεως. Παντοτινή συνήθεια ήταν να λέει  ελεεινολογώντας τον εαυτό του «αλλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό». Το άγιο Πνεύμα του φανέρωσε ότι η ταπείνωση, η ελεημοσύνη, η αυτομεμψία και η αποφυγή της κατακρίσεως ήταν τα όπλα με τα οποία θα κατανικούσε το σαρκικό φρόνημα. Μια ημέρα παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και, σε αναγνώριση των άθλων του, τού έδωσε μια νέα καρδιά, την “συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία”. Θεωρούσε ότι ήταν ελαχιστότερος και από την σκόνη που οι αδελφοί τινάζουν από τα πόδια τους μπαίνοντας στο ναό· και όταν κάποιος γονάτιζε μπροστά του ζητώντας την ευλογία του, οι λογισμοί του κατέρχονταν μέχρι τα βάθη της κολάσεως. “Βάλε τον εαυτό σου κάτω από τους άλλους”, έλεγε, “και θα ζεις με τον Χριστό”. Όταν έδινε ελεημοσύνη σε κάποιον πτωχό, επαναλάμβανε τα λόγια της θείας Λειτουργίας: “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και δια πάντα”, αποδίδοντας στον Θεό κάθε ενάρετη πράξη του. Μια ημέρα εκεί που θρηνούσε για τις αμαρτίες του, ο Νήφων περιβλήθηκε ξαφνικά από ουράνιο φως, δυο πελώρια χέρια από τον ουρανό τον αγκάλιασαν και άκουσε την φωνή του Θεού να επαναλαμβάνει τα λόγια του πατέρα του ασώτου. Άγγελος Κυρίου ήλθε τότε και περιέλουσε τον άγιο με άρωμα ανείπωτης ευωδίας. Είχε αποκτήσει την χάρη της μετανοίας.

Ο Άγιος Νεομάρτυς και Ιερομάρτυς Δαμασκηνός ο Χιλανδαρινός

 


Μαρτύρησε στις 16 Ιανουαρίου το 1771
Καταγόταν από το χωριό Γάμπροβο της επαρχίας Τυρνόβου της Βουλγαρίας.
Ήλθε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στην Ι. Μ. Χιλανδαρίου. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερομόναχος και εξελέγη και προηγούμενος της Μονής.
Οι Άγιοι Πατέρες οι εν τω Αγίω Όρει του Άθω. Φορητή εικόνα Ι.Μ. Αγίου Παύλου (αρχές 20ου αιώνα). Από το βιβλίο «Οι Άγιοι του Αγίου Όρους», Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, εκδ. Μυγδονία (σελ. 304).

Εστάλη κάποτε από τους πατέρες της Μονής στη Βουλγαρία,στο Σφιστόβι, όπου η Μονή είχε μετόχι, για να συγκεντρώσει κάποια έσοδα για τη Μονή.
Ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ζήτησε από κάποιους Τούρκους να του επιστρέψουν χρήματα τα οποία τους είχε δανείσει. Εκείνοι, άδικοι και κακότροποι, σκέφτηκαν όχι απλώς να μην επιστρέψουν τα δανεικά αλλά και να του αποσπάσουν και όσα άλλα είχε συγκεντρώσει.
Και να τι τους εσόφισε ο διάβολος να κάνουν. Συνεννοήθηκαν με μια τουρκάλα και τη νύχτα την ανέβασαν με σκάλα στον όροφο του μετοχιού και την έβαλαν μέσα. Κατόπιν κατέβηκαν, έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα, όπου δήθεν βρήκαν την τουρκάλα. Άρπαξαν αμέσως τον Άγιο, τον έδεσαν, πήραν ό,τι πράγματα είχε στο μετόχι και,δέρνοντάς τον και κλωτσώντας τον,τον έφεραν στον δικαστή

Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο ασκητής με την κοινωνική διδασκαλία



Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (4 Φεβρουαρίου)
Ο Όσιος Ισίδωρος γεννήθηκε περί το 360 στην Αλεξάνδρεια από ευσεβείς και ευγενείς γονείς. Οι ίδιες οι επιστολές του φανερώνουν λαμπρή και επιμελημένη μόρφωση. Ο ίδιος ομολογεί την «αυτάρκη» εκπαίδευσή του στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες. Χαρακτηρίζεται ως «ανήρ ελλογιμώτατος, φιλόσοφος και ρήτωρ». Στην Αλεξάνδρεια έλαβε μέρος ενεργό στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας.
isidpilusxrdl2
Το όνομα «Πηλουσιώτης» το πήρε από το ιστορικό Πηλούσιο, σημερινό Πορτ-Σάιντ, περιοχή της Αιγύπτου ανατολικά του Νείλου. Αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας ακολουθώντας το μοναχικό βίο εκπληρώνοντας την επιθυμία που είχε από νεαρή ηλικία.
Μετά ένα χρόνο ασκητικής ζωής, επέστρεψε στο Πηλούσιο, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Αμμώνιο, ο οποίος του εμπιστεύθηκε καθήκοντα διδαχής πιστών και κατηχουμένων. Πολλοί Εβραίοι και ειδωλολάτρες ακούοντας το κήρυγμά του έγιναν χριστιανοί.
Το 413, όμως, κάποιος Ευσέ­βιος εξελέγη νέος επίσκοπος Πηλουσίου και άσκησε τέτοια πίεση στην Εκκλησία, ώστε ο Ισίδωρος αποφάσισε να «φύγει» πάλι προς την έρημο. Αποσύρθηκε, σε μονή κοντά στο Αφναίο. Φορούσε μόνο ένα σκληρό τρίχινο ένδυμα και ζούσε, κατά το παράδειγμα του αγίου Ιωάννη του Προδρό­μου, με άγρια χόρτα, και φύλλα.
Σε δύο εκκλησιαστικά θέματα του αναγνωρίζεται σημαντική συμβολή· η εγγραφή του ονόματος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας από τον Κύριλλο και η καταπολέμηση του Νεστοριανισμού, στα πλαίσια της οποίας συνέβαλε αποφασιστικά στη συμφιλίωση του Κυρίλλου και του αγίου Ιωάννη Αντιοχείας.
Από τις επιστολές του, από τις οποίες σώζονται περισσότερες από δύο χιλιάδες, αντλούμε πληροφορίες για την οργανωμένη ζωή του στην έρημο, την προσωπικότητα και τη δράση του. Στην έρημο και στο προσφιλές του όρος βρίσκει τις προϋποθέσεις, μακριά από τους θορύβους των πόλεων, για να κατορθώσει την αρετή και τη σωτηρία της ψυχής του· «ο μη σχολάσας, Θεόν γνώναι ου δύναται» έγραφε. Προσκαλούσε κοντά του όσους ήθελαν την μοναχική ζωή· «αρνήσου τον εαυτόν σου, σήκωσε τον σταυρό και φύγε όπως εγώ».
Ο Όσιος Ισίδωρος οργάνωσε μια μοναστική αδελφότητα, με την οποία ζούσε σε ένα οίκημα με οργανωμένο σύστημα διακονιών. Επικοινωνούσε και επισκεπτόταν άλλους αναχωρητές και άλλα μοναστήρια της περιοχής του και εξυπηρετούσε τις λειτουργικές τους ανάγκες ως πρεσβύτερος. Συνήθιζε την πλήρη απομόνωσή του για ορισμένο χρόνο με σκοπό την μεγαλύτερη άσκηση, που την χαρακτήριζε η λιτότητα και η ολιγάρκεια. Η αυστηρή άσκηση κλόνισε την υγεία του και τον έκανε να υποφέρει συχνά από ασθένειες

Αββάς Κασσιανός, ο μεγάλος ασκητής της Δύσης Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος


Ο Άγιος Κασσιανός, παραμένει στο μεγάλο πλήρωμα της Εκκλησίας άγνωστος αν και είναι σημαντική   πατερική μορφή. Αυτό οφείλεται στο ότι όλοι οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα συγγράμματά του επειδή ο άγιος έγραψε στη λατινική γλώσσα. Μόνο μερικά τμήματα απ’ αυτά μεταφράστηκαν παλιότερα στα ελληνικά.
Έζησε κατά τα τέλη του 4ου μ. Χ. αιώνα, γύρω στο 360-365. Μέχρι σήμερα οι ερευνητές δεν κατόρθωσαν να καθορίσουν πότε και πού γεννήθηκε. Δύο χώρες θεωρούνται ως γενέτειρές του. Η Μικρή Σκυθία και η Νότια Γαλατία. Περισσότερες πιθανότητες έχει η Μικρή Σκυθία, στις εκβολές του Δούναβη, σημερινή Δοβρουτζά της Ρουμανίας.
cassian
Αμφιβολίες υπάρχουν και για το όνομά του. Συγγραφείς τον αναφέρουν ως «Κασσιανό» ενώ ο ίδιος στα συγγράμματά του ονομάζει τον εαυτόν του «Ιωάννη». Σύγχρονός του τον αναφέρει «Ιωάννην, τον λεγόμενον Κασσιανόν». Πιθανότερη εκδοχή είναι ότι το όνομά του, βαπτιστικό ή μοναχικό, ήταν Ιωάννης και το Κασσιανός προσωνύμιο.
Η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη και ευσεβής και του έδωσε την ευκαιρία να λάβει ικανοποιητική και ευρεία μόρφωση. Ο ίδιος στα συγγράμματά του ομολογεί ότι η συνεχής μελέτη απορρόφησε πολύ τις πνευματικές του δυνάμεις και τον εμπόδιζαν στην προσευχή. Είναι γνώστης των έργων των Πατέρων της πρώτης Εκκλησίας αλλά και άλλων συγγραφέων.
Στη νεανική του ηλικία με τον αδελφικό του φίλο Γερμανό ακολούθησε την μοναχική ζωή σε κάποια Μονή της Βηθλεέμ που βρισκόταν κοντά στο Σπήλαιο της Γεννήσεως του Κυρίου. Εκεί γνώρισε τον μοναχισμό της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Ποθώντας την αναχωρητική ζωή και τις ψηλότερες πνευματικές αναβάσεις αποφάσισε μαζί με το φίλο του Γερμανό να επισκεφθούν τους αναχωρητές της Αιγύπτου. Μετά από ευλογία του ηγουμένου επισκέφθηκαν τους τρείς φημισμένους αββάδες Χαιρήμονα, Νισθερώ, Ιωσήφ και το ονομαστό κοινόβιο του αββά Πινουφρίου. Προχώρησαν στην έρημο που βρισκόταν στις εκβολές του Νείλου και συνάντησαν πατέρες με τους οποίους συνομίλησαν για τις λεπτομέρειες της μοναχικής ζωής.
Μετά από 7 χρόνια επέστρεψαν στην Μονή της Βηθλεέμ και μετά από λίγο επανήλθαν στην Αίγυπτο για να επισκεφθούν την έρημο της Σκήτης, που βρισκόταν στην κοιλάδα της Νιτρίας όπου συνάντησαν τον αββά Μωυσή, τον αββά Παφνούτιο, τον αββά Σεραπίωνα και άλλους μεγάλους πατέρες, με τους οποίους συνομιλεί και καταγράφει την ζωή τους στα κοινόβια, τις πνευματικές και ασκητικές τους εμπειρίες. Οι δύο επισκέψεις στην Αίγυπτο πρέπει να έγιναν μεταξύ των ετών 380 και 400 μ.Χ.
Αργότερα, μεταβαίνει στην Κων/πολη, συνδέεται με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και χειροτονείται διάκονος. Η παραμονή του κοντά στον μεγάλο Ιεράρχη τον βοήθησε στην πληρέστερη δογματική κατάρτισή του, συμπλήρωσε τις ελλείψεις του στο θεολογικό, ερμηνευτικό τομέα και τη λειτουργική του εμπειρία.
Με την εκθρόνιση και εξορία του Χρυσοστόμου ο Κασσιανός καταφεύγει στη Ρώμη και παραδίδει στον Πάπα Ιννοκέντιο Α΄ την επιστολή του κλήρου και λαού της Κων/πόλεως. Στη Ρώμη παρέμεινε περίπου 10 χρόνια υπηρετώντας την Εκκλησία όπου κατά πάσα πιθανότητα χειροτονήθηκε ιερέας.
Περί το 415 μ. Χ. βρίσκομε τον αββά Κασσιανό στη Γαλλία, στην περιοχή της Μασσαλίας, όπου ιδρύει δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό αφιερωμένο στον Άγιο Βίκτωρα, μάρτυρα του 3ου αιώνα και ένα γυναικείο αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό, τα οποία οργανώνει σύμφωνα με τα πρότυπα του κοινοβιακού μοναχισμού της ορθοδόξου Ανατολής.
Στη Μασσαλία, μέσα σε περιβάλλον που ήταν καχύποπτο προς τη μοναχική ζωή, κατοχυρώνει θεωρητικά τον μοναχισμό με τα τρία μεγάλα έργα του: «Τους Κοινοβιακούς Κανονισμούς», «Τις Συνομιλίες με τους Πατέρες της ερήμου» και  το «Περί Ενσαρκώσεως, και κατά του Νεστορίου».
Κοιμήθηκε περί το 435 και τα Τίμια λείψανά του φυλάσσονται στη Μονή του Αγίου Βίκτωρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 29 Φεβρουαρίου. Ο καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Φ. Δημητρακόπουλος, στο έργο του: «Σελίδες για τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας», (Ακτή, 1997) αναφέρει ότι στη μαρτυρική Κύπρο πολλοί ναοί (25) είναι καθιερωμένοι στο όνομά του και πανηγυρίζουν την ημέρα της μνήμης του. Αντίθετα η Δυτική Εκκλησία δεν τον κατέταξε στο επίσημο Αγιολόγιό της και δεν τον τιμά, εκτός της περιοχής της Μασσαλίας. Ένας ακόμη λόγος της περιθωριοποίησης του Αγίου Κασσιανού από τη Δυτική Εκκλησία είναι ότι υπήρξε ο κύριος αντίπαλος της θεωρίας του απόλυτου προορισμού του Ι. Αυγουστίνου, την οποία ενστερνίστηκε η δυτική θεολογία.

/ Το Συναξάρι της Πεμπτουσίας / Συναξαριακές μορφές


 

Ο Άγιος Μεθόδιος (κατά κόσμον Μιχαήλ) και ο αδελφός του Κύριλλος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος) ήταν τέκνα του δρουγγάριου – στρατιωτικού διοικητού Λέοντος και γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη.
Ο Κωνσταντίνος είχε μεγάλη επιμέλεια στα γράμματα. Σπούδασε φιλοσοφία, διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στη σχολή της Μαγναύρας.
κυρ κ μεθ12
Ο Μιχαήλ ακολούθησε την σταδιοδρομία του πατέρα τους. Έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνος, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους. Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή. Είχαν μοναστική κλίση, αλλά πίστευαν στη μαρτυρική διακονία της κλίσεώς τους αυτής, για να σωθούν και άλλες ψυχές.
Αρχικά ο Κωνσταντίνος αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ των Χαζάρων. Η μεγάλη όμως ευκαιρία δίνεται το καλοκαίρι του 862 μ.Χ., όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνος των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη. Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ιεραποστόλους, για να τους διδάξουν στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και την λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς. Ο Κωνσταντίνος δέχεται και την άνοιξη του 863 μ.Χ., παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου. Η εργασία τους διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν την βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία. Άνοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού. Συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν την σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για την επάνδρωση της τοπικής Εκκλησίας. Έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του.
Στις αρχές του 868 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος φθάνουν στη Ρώμη κομίζοντας τα ιερά λείψανα του ιεραποστόλου Κλήμεντος, που είχε μαρτυρήσει στη χώρα των Χαζάρων. Εκεί η μόρφωση και η ευσέβεια των δύο αδελφών κατέπληξε τους πάντες.
Στο διάστημα της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει βαριά. Προαισθάνεται το τέλος του και ζητά να πεθάνει ως μοναχός. Κείρεται μοναχός και ονομάζεται Κύριλλος. Στις 4 Φεβρουάριου του 869 μ.Χ. ο πύρινος ιεραπόστολος, που άναψε την φωτιά της πίστεως και του πολιτισμού στο σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο Μεθόδιος θέλει να μεταφέρει το σκήνωμά του στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Πάπας Ανδριανός δεν το επιτρέπει και τον θάβει στο ναό του Αγίου Κλήμεντος, όπου μέχρι και σήμερα δείχνεται ο τάφος του.
Στη συνέχεια, ο Μεθόδιος χειροτονείται από τον Πάπα Αρχιεπίσκοπος Σιρμίου, για να εγκατασταθεί στην Παννονία. Η Ρώμη επιδέξια οικειοποιείται το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Η ζωή όμως του Μεθοδίου, ως Αρχιεπισκόπου, περιπλέκεται στους ανταγωνισμούς των Λατίνων και των Φράγκων Επισκόπων, στις δολοπλοκίες των ηγεμόνων και των αρχόντων και γίνεται μαρτυρική. Τον φυλακίζουν δυόμιση χρόνια σε μοναστήρι του Μέλανος Δρυμού και μόλις το 873 μ.Χ. ο Πάπας Ιωάννης Η΄ τον ελευθερώνει και τον αποκαθιστά.
Στις 6 Απριλίου του 885 μ.Χ., στη Μοραβία, ο Μεθόδιος παραδίδει το πνεύμα του προφέροντας τις τελευταίες λέξεις: «Κύριε, εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου». Είχε προετοιμάσει πολυάριθμους νέους ιεραποστόλους. Αυτοί ξεχύθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, διέδωσαν και στερέωσαν την Ορθοδοξία στα σλαβικά Έθνη. Ήταν τέτοια δε η δύναμη και το ρίζωμα του έργου τους, ώστε ούτε η λαίλαπα της Ουνίας του 16ου  αιώνος μ.Χ. κατόρθωσε να εξανεμίσει το θεολογικό και πολιτισμικό έργο των δύο Ισαποστόλων αδελφών, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου.
Κατά την εξόδιο ακολουθία του Αγίου Μεθοδίου αναρίθμητος λαός τον συνόδευσε και θρήνησε τον αγαθό διδάσκαλο και ποιμένα.
Ο Άγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τον Απόστολο Παύλο στην περιφρόνηση των κινδύνων, ιδίως στα ταξίδια και τις περιπλανήσεις του. Γι’ αυτό και ο βιογράφος του σημειώνει ότι σε όλα τα ταξίδια του ο Μεθόδιος περιέπεσε σε πολλούς κινδύνους, που προκλήθηκαν από τον κακό εχθρό.
Κινδύνευσε στις ερήμους από τους ληστές, στη θάλασσα από τρικυμίες, στα ποτάμια από θανάσιμους κινδύνους και έτσι εκπληρώθηκε σε αυτόν ο λόγος του Αποστόλου: «Κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις, εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψη» και σε όλα τα παθήματα, τα μνημονευόμενα από τον Μεγάλο Απόστολο.

Πηγή: Ημερολόγιον 2015, Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο δυναμικός θεμελιωτής του δόγματος Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος



Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (9 Ιουνίου)
Ο άγιος Κύριλλος γεννήθηκε περί το 375 (ή 380) στην Αλεξάνδρεια από πλούσιους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Διακρινόταν για την ευστροφία, την επιμονή, την ορμητικότητα και το ανυποχώρητο στις επιδιώξεις των σκοπών για τους οποίους αγωνιζόταν. Τέθηκε υπό την προστασία του θείου του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος του εξασφάλισε ολοκληρωμένη μόρφωση στην ρητορική και στην φιλοσοφία, πρωτίστως όμως στην Αγία Γραφή, την οποία ο Κύριλλος γνώριζε σχεδόν απ’ έξω και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί με θαυμαστό τρόπο. Φοίτησε στην Κατηχητική Σχολή και είχε δάσκαλο τον Δίδυμο τον Τυφλό.
κρ12
Σε ηλικία περίπου 18 ετών, ο θείος του τον έστειλε στην έρημο της Νιτρίας για να συμπληρώσει την μόρφωσή του με την ασκητική επιστήμη. Εκεί ασκήτευσε για πέντε χρόνια στη Μονή του Αγίου Μακαρίου υπό την καθοδήγηση του γέροντος Σεραπίωνος. Ο ίδιος έλεγε ότι: «Εις χείρας πατέρων τεθράμμεθα ορθοδόξων και αγίων». Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έθεσε την μεγάλη του παιδεία στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύθηκε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τον ενέταξε στον κλήρο και τον προετοίμαζε για διάδοχό του. Ο Κύριλλος τον συνόδευσε στην Βασιλεύουσα και παραβρέθηκε στην παράνομη σύνοδο της Δρυός (403), η οποία καταδίκασε αδίκως τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκτοτε αρνιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα να μνημονεύσει το όνομα του αγίου ιεράρχη στα δίπτυχα – περισσότερο λόγω της προσήλωσής του στην μνήμη του θείου του, παρά εξαιτίας δογματικής αντίθεσης προς τον Χρυσόστομο -και μόνο μετά από επίμονες παροτρύνσεις του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου και, καθώς λέγεται, από όραμα της Θεοτόκου, η οποία είχε στο πλευρό της τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, συναίνεσε να αποκαταστήσει το όνομά του και έγινε μάλιστα ένθερμος υποστηρικτής της τιμής του (417).
Όταν εκοιμήθη ο Θεόφιλος (412), ο Κύριλλος χειροτονήθηκε αμέσως αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Αμέσως επιδόθηκε στην στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας του, που βρισκόταν τους χρόνους εκείνους σε πλήρη άνθιση, αλλά απειλούνταν από ποικίλα διαιρετικά στοιχεία. Αντιμετώπισε τις διάφορες αιρέσεις και σχίσματα, υπολείμματα των οποίων ακόμα υπήρχαν.
Για να καταπολεμήσει την ειδωλολατρία και τις δεισιδαιμονίες, που παρέμεναν ριζωμένες στους κόλπους του λαού, μετέφερε τα λείψανα των αγίων Μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου από την Αλεξάνδρεια στο ειδωλολατρικό μαντείο στην Μένουθι, κοντά στην Κανώπη, το οποίο ήταν περιβόητο για τους χρησμούς, που έδιναν οι δαίμονες, και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής της λιτάνευσης, που διήρκεσε μία ολόκληρη εβδομάδα (414).Στράφηκε κατά των Ιουδαίων που είχαν την υποστήριξη του έπαρχου Ορέστη και συμπεριφέρονταν προκλητικά στους χριστιανούς.
Ο άγιος επίσκοπος αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην συγγραφή ερμηνευτικών έργων, τα οποία σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα με τον αλληγορικό και ηθικό τρόπο, όλες τις λεπτομέρειες της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία διέκρινε το «Μυστήριο του Χριστού φανερωμένο εν αινίγμασι». Αγωνίσθηκε σθεναρά κατά του Νεστορίου που δημιούργησε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Ο Νεστόριος δεν δεχόταν την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού, θείας και ανθρώπινης σε μία υπόσταση, και αποδεχόταν μόνο συνοίκηση ή συνάφειά τους και θεωρούσε την Παναγία όχι Θεοτόκο αλλά «Χριστοτόκο» ή «ανθρωποτόκο».
Πληροφορούμενος την νέα αυτή αίρεση, ο άγιος Κύριλλος εξέθεσε επισήμως σε πασχάλιο επιστολή του ότι όντως η Παρθένος γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και ότι πρέπει συνεπώς να ονομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Ο όρος Θεοτόκος συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Χριστού.
Απηύθυνε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’, στη σύζυγό του και στις αδελφές του μία πραγματεία περί ορθής πίστεως, και απέστειλε στον πάπα Ρώμης, Κελεστίνο, μία έκθεση για τις πλάνες του Νεστορίου. Ο πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στην Ρώμη, η οποία τις καταδίκασε. Ο άγιος Κύριλλος συγκάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της Αιγύπτου, η οποία συνέταξε έκθεση του χριστολογικού δόγματος, ακολουθούμενη από τους δώδεκα Αναθεματισμούς των προτάσεων του Νεστορίου, τους οποίους ο Κύριλλος είχε απευθύνει στον αιρετικό στην Τρίτη Επιστολή του.
Η κατάσταση ανάγκασε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να συγκαλέσει το 431 Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο. Καθώς ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας Ιωάννης και η συνοδεία του αργούσαν, αποφασίστηκε να ανοίξει δίχως αυτούς η πρώτη συνεδρίαση. Προήδρευε ο άγιος Κύριλλος, ως αναπληρωτής του πάπα Ρώμης, οι λεγάτοι του οποίου είχαν επίσης καθυστερήσει. Μετά την ανάγνωση του Συμβόλου της Νικαίας, της Επιστολής του Κυρίλλου προς Νεστόριο και της απαντήσεως του τελευταίου, οι διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν την νομιμότητα του «Θεοτόκος» και καθαίρεσαν τον Νεστόριο, ο οποίος είχε αρνηθεί τρεις φορές να παρευρεθεί.
Μόλις έφθασαν στην Έφεσο, πέντε ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης και η συνοδεία του, προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι δεν τους περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο με σαράντα τρεις επισκόπους και κατηγορώντας τον Κύριλλο ότι ανανεώνει την αίρεση του Απολλιναρίου, αποφάσισαν την καθαίρεσή του, χωρίς άλλη διαδικασία, καθώς και εκείνη του Μέμνονος Εφέσου. Η Οικουμενική Σύνοδος μετατράπηκε έτσι σε ένα βίαιο και εμπαθή αγώνα ανάμεσα στα δύο μέρη, που προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προστασία του αυτοκράτορα. Ευρισκόμενος μακριά και λάθος πληροφορημένος, ο Θεοδόσιος, μετά από μάταιες προσπάθειες για συμφιλίωση, διέταξε να συλληφθούν ο Κύριλλος και ο Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τον Νεστόριο αιρετικό, και έδωσε εντολή να διαλυθεί η Σύνοδος. Με επέμβαση της ευσεβούς Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Θεοδόσιος κάλεσε να εμφανισθούν ενώπιον του αντιπρόσωποι των δύο πλευρών. Τότε αφού τους άκουσε αποδέχθηκε τις θέσεις των Ορθοδόξων.
Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, που του ανέθεσε ο Θεός για την οικοδομή της Εκκλησίας του, ο άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 9 Ιουνίου 444. Τιμήθηκε σύντομα ως άγιος και εγκωμιάσθηκε ως «φωστήρας του κόσμου», «ανίκητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας» και ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης  τον ονόμασε «Σφραγίδα των Πατέρων». Η Εκκλησία θέλοντας να τιμήσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας Αθανασίου και Κυρίλλου όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.